Παρασκευή 8 Οκτωβρίου 2010

The freshman


Η βωβή ταινία των Fred Newmeyer και Sam Taylor, “The Freshman”-"Ο πρωτοετής", που προβλήθηκε στο 1ο φεστιβάλ βωβού κινηματογράφου, από το ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, είναι μια ενδιαφέρουσα αναπαράσταση μιας εποχής. Κουβαλά και όσο περνούν τα χρόνια όλο και περισσότερο, ένα κομμάτι των αρχών του προηγούμενου αιώνα, μέχρι τον δικό μας. Γι’ αυτό, όπως διαβάζουμε στο πρόγραμμα, επιλέχθηκε από τον οργανισμό αμερικανικής καταγραφής ταινιών, για να συντηρηθεί «ως σημαντική ταινία, καλλιτεχνικά, ιστορικά και αισθητικά.»
Με ένα σχετικά απλό έως απλοϊκό σενάριο και με προβλέψιμο τέλος αφήνει όλο τον χρόνο στον θεατή να προσέξει τα πλάνα, την κίνηση της κάμερας, την έκφραση των ηθοποιών, τα ρούχα, τις κομμώσεις, τις επιπλώσεις, γενικά τις λεπτομέρειες. Στηρίζεται περισσότερο στις εκφραστικές δυνατότητες του πρωταγωνιστή Harold Lloyd, άλλωστε οι κωμικές ατάκες πέφτουν κάπως ασύνδετα και με υπερβολικό τρόπο.
Ο Harold Lamp, με το παρατσούκλι “speedy”, πρωτοετής φοιτητής στο κολλέγιο, θέλει να παρουσιαστεί στους καινούργιους συμφοιτητές του και γενικά στον κύκλο του διαφορετικός, από αυτό που είναι στην πραγματικότητα. Θέλει να είναι αγαπητός σε όλους, δημοφιλής και να αφήνει γύρω του μια αύρα, που δυστυχώς γι’ αυτόν δεν την έχει. Το χειρότερο όμως είναι, πως αποφασίζει ότι μπορεί αυτό να το καταφέρει, αν πασχίσει σκληρά. Μιμείται εκφράσεις που έχει δει σε ταινίες ή έχει ξεσηκώσει από περιοδικά και φέρεται επιτηδευμένα. Πέφτει διαρκώς σε γκάφες, γίνεται ρεζίλι, προκαλεί σε βάρος του αρνητικά σχόλια πίσω από την πλάτη του, χωρίς μέχρι ενός σημείου να καταλαβαίνει τίποτα. Η κόρη της σπιτονοικοκυράς του η Peggy (Jobyna Ralston), που είναι τσιμπημένη μαζί του, διστάζει να τον ενημερώσει για το τι συμβαίνει εις βάρος του. Στον χορό του κολλεγίου- την πιο μεγάλη και σκηνοθετικά καλύτερη σκηνή της ταινίας- μετά το φιάσκο που παθαίνει με το κακοραμμένο κοστούμι του, συνειδητοποιεί τον εμπαιγμό των άλλων και αποφασίζει να τους κλείσει τα στόματα, συμμετέχοντας στην ομάδα του ράγκμπι. Αφού τρώει το ξύλο της ζωής του στις προπονήσεις, μπαίνει εικονικά, σαν αναπληρωματικός και στο τελευταίο λεπτό του αγώνα με το αντίπαλο μισητό κολλέγιο και ελλείψει άλλων παικτών, μπαίνει και σκοράρει το νικητήριο τέρμα. Ακολουθεί όπως αναμενόταν… happy end.
Η αλήθεια είναι πως η σκηνοθεσία κάνει φιλότιμες προσπάθειες να διατηρήσει μια λεπτή ισορροπία στον τρόπο προσέγγισης του φαινομένου speedy. Από την μια έχουμε να κάνουμε με ένα τύπο πραγματικό "νούμερο", αρκετά αφελή, που είναι όμως καλοπροαίρετος και από την άλλη έχουμε την ανθρωποφάγα κοινωνική συμμαχία, που απομονώνει και "κατασπαράσσει", όποιον ξεφεύγει από προκαθορισμένους τρόπους συμπεριφοράς, διότι ή δεν έχει την απαιτούμενη εξυπνάδα να κρυφτεί ή η εσωτερική ανάγκη για αναγνώριση ξεπερνάει τους όποιους ενδόμυχους φόβους του. Και εδώ ακριβώς έρχεται το «καθαρό» πρόσωπο του Harold Lloyd με μόνη την κίνηση του σώματος του, για να γεφυρώσει αυτήν αντίθεση προσφέροντας στον χαρακτήρα μια μοναδικότητα. Ούτε ανοησία, ούτε υποτίμηση του κινδύνου. Θα μπορούσαμε να το περιγράψουμε ως μια συμπεριφορά αυθεντική, αλλά και πάλι αυτός ο χαρακτηρισμός κάτι θα έχανε. Ας αφήσουμε λοιπόν την ταινία…
Η ζωντανή μουσική με το πιάνο του Αλέξη Νταιμάντ δεν κατάφερε, κατά την γνώμη μου, να αποδώσει την ένταση και την κωμικότητα της ταινίας. Αρκετά σιγανή και κάποιες στιγμές, ολίγον, εκτός χρόνου.

Δευτέρα 4 Οκτωβρίου 2010

1ο φεστιβάλ βωβού κινηματογράφου

Μαγικές στιγμές κινηματογράφου, στο 1ο φεστιβάλ βωβού κινηματογράφου, από το Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης.
Τρεις ταινίες σε σκηνοθεσία του Buster Keaton και με πρωταγωνιστή τον ίδιο, μας γυρνάνε πάρα πολλά χρόνια πίσω. Τότε που ο δημιουργός δεν ήταν εξαρτημένος από τα μηχανήματα και γενικά την τεχνολογία, αλλά είχε να πει κάτι πραγματικό. Τότε, που ο ήχος δεν έβγαινε από τα στόματα των ηθοποιών και η φαντασία του σκηνοθέτη ερχόταν να καλύψει αυτήν την αδυναμία και να την κάνει πλεονέκτημα. Με πολύ λεπτούς χειρισμούς και με τις συνεχόμενες κωμικές καταστάσεις, να διαδέχονται η μια την άλλη, ασταμάτητα, δεν ξεφεύγει από την πλοκή της υπόθεσης και σκιαγραφεί την εποχή του και τους ανθρώπινους χαρακτήρες, με μια ματιά, τόσο προχωρημένη, που φαντάζει διαχρονική. Μπορεί να μην έχει τον λυρισμό του Charlie Chaplin, όμως μέσα από αυτήν την φαινομενική απλοϊκότητά του, αναβλύζει ένας χείμαρρος συναισθημάτων. Η ζήλεια, η δειλία, ο ηρωισμός, η επίδειξη, το συμφέρον, η αυτοθυσία, ο αγώνας για την επιβίωση, προλαβαίνουν να αγγίξουν τον θεατή, παρά τον γρήγορο έως καταιγιστικό ρυθμό των έργων. Τα μεγάλα πλάνα και ο χειρισμός ενός τόσο μεγάλου αριθμού κομπάρσων ηθοποιών, αυτό το ατελείωτο φόρτωμα της οθόνης, βγάζει ένα αποτέλεσμα θριάμβου και επιτυχίας.

Στην ταινία “Seven chances”, ο Buster Keaton υποδύεται τον Τζέημς Σάννον, ένα επιχειρηματία στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, ο οποίος μαθαίνει το πρωί της ημέρας των εικοστών έβδομων γενεθλίων του, πως κληρονομεί μια μεγάλη περιουσία, αρκεί να παντρευτεί μέχρι να κλείσει τα 27 του χρόνια. Οι αποτυχίες του και οι αναστολές του με το κορίτσι του και με τις υποψήφιες νύφες και η αγγελία στην εφημερίδα από τον συνεταίρο του για την εύρεση νύφης, προκαλεί ένα πελώριο κύμα νυφών, από τις οποίες ο φουκαράς ο Σάννον τρέχει για να απαλλαγεί. Κωμικές σκηνές καταδίωξης στην πόλη και στην ύπαιθρο, βράχοι από την κατολίσθηση, που τον παίρνουν στο κατόπι, παιχνίδι με τον χρόνο, μιας και η προθεσμία της διαθήκης λήγει στις επτά το απόγευμα της ίδιας μέρας, φτιάχνουν μια σπαρταριστή ατμόσφαιρα.
Όταν ο μαγκωμένος Τζέημς Σάννον πετάει ένα χαρτάκι-ραβασάκι με την πρόταση γάμου στην κοπέλα στο πατάρι του καφέ, γυρνάει και ραίνει το κεφάλι του άσπρος χαρτοπόλεμος. Τα λόγια είναι περιττά...





Στην ταινία “Balloonatic” ο πρωταγωνιστής πέφτει με το αερόστατο σε κάποια ζούγκλα και προσπαθεί να επιβιώσει στην άγρια φύση. Βρίσκει μια γυναίκα, που έχει καταφέρει να προσαρμοστεί και που αρχικά τον βλέπει εχθρικά, μα αργότερα συμφιλιώνονται και συνεργάζονται για την σωτηρία.
Στην εικοσάλεπτη αυτή ταινία δεν είναι τόσο η υπόθεση αυτό που μετράει, αλλά αποτελεί μια επίδειξη σκηνοθετικής τεχνικής.


Στην τρίτη και μεγαλύτερη ταινία, “The general”, έχουμε να κάνουμε με μια ξεκάθαρα αντιμιλιταριστική ταινία, που όμως δεν το φωνάζει. Κι αυτό, γιατί ο πρωταγωνιστής, ένας μηχανικός σιδηροδρόμων, δεν είναι ο κλασσικός αντιρρησίας συνείδησης. Ωθείται άθελα του στις ηρωικές πράξεις, περισσότερο για να κερδίσει την αποδοχή της αγαπημένης του και σχεδόν καθόλου, γιατί τον έχει συνεπάρει η ιδέα της πατρίδας και του πολέμου. Μονάχος του επάνω σε μια ατμομηχανή τα βάζει με απείρως περισσότερους εχθρούς, σώζει την κοπέλα του από τα νύχια τους και μαζί της επιστρέφει με τον ίδιο τρόπο, ενώ καταδιώκεται από ένα άλλο τραίνο γεμάτο με κακούς.
Γυρισμένη το 1927, αναφέρεται στον αμερικάνικο εμφύλιο, ανάμεσα στους Βόρειους και στους Νότιους και αποτελεί ένα σκηνοθετικό αριστούργημα. Όχι μόνο οι σκηνές καταδίωξης με τα τραίνα, που, όπως αναφέρει και το πρόγραμμα του φεστιβάλ, θεωρούνται οι καλύτερες σκηνές με τραίνο, που έχουν γυριστεί ποτέ, αλλά και η σκηνή, που το τσούρμο των Νοτίων βγαίνει για να κυνηγήσει το τακτικό σώμα των Βορείων, που έχουν αποκοπεί από τις προμήθειες, χάρις στην ηρωική προσπάθεια του πρωταγωνιστή. Ο πραγματικός “general”, το τραίνο, παραγκωνίζει τον στρατηγό, στον οποίο το μόνο που φανερώνει τον βαθμό του, είναι η στολή και τα παράσημα.
Σε αυτήν την τελευταία ταινία είχαμε την τύχη, να συνοδεύει με το πιάνο η κυρία Άννα Στερεοπούλου, μια απόδοση του ύφους και του κλίματος της ταινίας εκπληκτική, που έντυνε και τις πιο λεπτές αποχρώσεις της ιστορίας που εκτυλισσόταν στο πανί.



Δευτέρα 13 Σεπτεμβρίου 2010

Η Ηδονή-Le Plaisir


Μια πολύ ενδιαφέρουσα κινηματογραφική ανάγνωση τριών διηγημάτων του Guy de Maupassant, από τον σκηνοθέτη Max Ophuls. Ασπρόμαυρο, με το σκοτεινό να κυριαρχεί, περιγράφει τις ιστορίες με μια απόλυτη φυσικότητα, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, που ρέει ο λόγος και στα νατουραλιστικά κείμενα του συγγραφέα.
Θέμα του, ο έρωτας. Από το κυνήγι της αιώνιας νεότητας, στην νερόβραστη κοινωνική ηθική και πάλι πίσω, στην απόγνωση της ερωτικής απόρριψης, μια ανεξίτηλη σφραγίδα, ένας γάμος με τον θάνατο. Δεν υπάρχουν πουθενά συναισθηματικοί εκβιασμοί, οι συμπεριφορές και τα κίνητρα είναι ξεκάθαρα. Μια λεπτή ειρωνεία, διάχυτη, καλύπτει τα πάντα. Ο θεατής, θα νοιώσει ακριβώς αυτό που πρέπει, χωρίς προσπάθεια.
Στην πρώτη ιστορία, ο ηλικιωμένος συνταξιούχος κομμωτής, φορά μια μάσκα, για να δείχνει νέος και ψάχνει τον έρωτα μέσα στον ξέφρενο χορό, ανάμεσα στις νεαρές κοπέλες. Στην δεύτερη, οι κοπέλες ενός οίκου ανοχής, μαζί με την μαντάμ, εγκαταλείπουν για μια μέρα, τους απαρηγόρητους καθώς πρέπει πελάτες τους και απολαμβάνουν μια εκδρομή στο χωριό. Στην τελευταία, η ερωτική απογοήτευση οδηγεί την όμορφη γυναίκα στην αυτοκτονία. Μια αλληλουχία κατιόντων συναισθηματικών βιωμάτων, από την ερωτική έξαψη και ευτυχία, στον χωρισμό, στην πίκρα, στο αδιέξοδο και τέλος στο βάλτωμα και στην αποδοχή. Μια νύξη πάνω στον ετεροκαθορισμό της γυναικείας ερωτικής έκφρασης και στα περιθώρια ανάπτυξης φεμινιστικών αντιλήψεων.
Αν και κατά την γνώμη μου, η χρήση αφηγητή δεν ταιριάζει με την κινηματογραφική εξιστόρηση, ο Max Ophuls, με έμπνευση, χρησιμοποιεί για την αφήγηση τον ίδιο τον Guy de Maupassant, μέσα από την φωνή του Jean Servais. Αυτό δίνει ένα προσωπικό τόνο, καθώς οι λέξεις πάνω στο σκούρο φόντο χρησιμεύουν περισσότερο για την ατμοσφαιρική και λιγότερο για την σεναριακή εξέλιξη της ταινίας.
Ένα άλλο σκηνοθετικό εύρημα έχει να κάνει με την πολύ συχνή χρησιμοποίηση διάτρητων αντικειμένων, που παρεμβάλλονται ανάμεσα στον θεατή και στα διαδραματιζόμενα γεγονότα. Κάγκελα διαφορετικών ειδών και μεγεθών, πατζούρια με γρίλιες και διάφορα άλλα, λειτουργούν, σαν ένα είδος μικροσκοπίου. Η δράση εξελίσσεται πίσω από αυτά, σαν ένα είδος ανατομικού μανδύα, που επιτρέπει στον εξεταστή να απομονωθεί από τον εξεταζόμενο.
Εξαιρετικά έντονη και με μεταφορικές προεκτάσεις η τελευταία εικόνα, που συμβολίζει την παραίτηση, καθώς πίσω από το αναπηρικό καροτσάκι, που σπρώχνει ο πρώην εραστής την ερωμένη του, διακρίνουμε την ερημωμένη παραλία των πρώτων φθινοπωρινών ημερών.

Δευτέρα 16 Αυγούστου 2010

The last station- Ο τελευταίος σταθμός


Η ταινία «Ο τελευταίος σταθμός», του σκηνοθέτη Michael Hoffman, βασισμένη στο μυθιστόρημα του Jay Parini,παρόλο που χρησιμοποιεί το «βαρύ» όνομα του Λέων Τολστόι, δεν καταφέρνει να ανέβει κατηγορία και θα μπορούσε άνετα να χαρακτηρισθεί, σαν σαπουνόπερα. Ο επιφανειακός τρόπος προσέγγισης των καταστάσεων και των χαρακτήρων, σε συνδυασμό με τις σκηνοθετικές ευκολίες και τα καταφανώς απρόσεκτα πλάνα, ιδιαίτερα στους εξωτερικούς χώρους, κάνουν την θέασή της, ακόμα και στον θερινό κινηματογράφο (αν και φέτος στους θερινούς είδαμε και διαμάντια), μια ελαφριά δοκιμασία των νεύρων.
Ατράνταχτη απόδειξη, πως δεν αρκεί η καλή πρώτη ιδέα, η εγγύηση που παρέχει η συμμετοχή ηθοποιών με καταξιωμένη ερμηνευτική ικανότητα, ακόμα και η ίδια η πρόθεση να διηγηθεί κανείς κάτι το ενδιαφέρον, το «ζουμερό», για να βγει ένα θετικό αποτέλεσμα.
Ο υπερήλικας Λέων Τολστόι (Christopher Plummer) κάνει μια προσπάθεια, στα τελευταία χρόνια της ζωής του, να ξεφύγει από τα εγκόσμια. Σχηματίζει γύρω του ένα πυρήνα αφοσιωμένων θαυμαστών του έργου του και της προσωπικότητάς του και διδάσκει ένα τρόπο ζωής ασκητικό, στραμμένο μόνο στις πνευματικές αναζητήσεις, μακριά από κάθε απόλαυση της σάρκας. Σκοπεύει μάλιστα να παραιτηθεί των συγγραφικών δικαιωμάτων του, προς όφελος του Ρώσικου λαού. Η επί πολλά χρόνια σύντροφός του, Σοφία Αντρέγιεβνα Τολστόι (Elen Mirren), δεν συμμερίζεται τις ιδεαλιστικές απόψεις του, αντίθετα, κατηγορεί τον σκληρό ηγετικό πυρήνα των οπαδών του, για ιδιοτελείς επιδιώξεις, ως προς την περιουσία τους, σε βάρος της ιδίας και της οικογένειάς τους. Στην επακόλουθη σύγκρουση συμπαρασύρεται και ο νεαρός γραμματέας του Τολστόι, ο Βαλεντίν Μπουλγκάκωφ (James MacAvoy), ένας άπειρος, καλοπροαίρετος νεαρός, με ιδανικά, που ανακαλύπτει τελικά τα κενά στην διδασκαλία του μέντορά του, όταν αυτά μεταφέρονται, σαν αποστεωμένες «προσταγές», χωρίς να αποτελούν προσωπικά βιώματα. Ο έρωτας, που θα νοιώσει για μια κοπέλα από το κοινόβιο, θα τον κάνει να αισθανθεί την διαφορά ανάμεσα στην θεωρία και στην πράξη. Το γνωστό μοτίβο, που θέλει τους οπαδούς να κινούνται με μεγαλύτερο ζήλο από τον ιδρυτή της κοσμοθεωρίας τους, βρίσκει εδώ την εφαρμογή του, με τους Τολστοϊκούς να ξεπερνούν σε καθαρότητα τον ίδιο τον Τολστόι.
Η ταινία σταματά στην ενδοοικογενειακή διαμάχη και αδυνατεί (μάλλον δεν θέλει) να απεικονίσει την κατάσταση στην προεπαναστατική Ρωσία, με τον κοινωνικό αναβρασμό και τις ζυμώσεις, που γεννούσαν τις ιδέες της κοινωνικής δικαιοσύνης και της συντροφικότητας, ιδέες που το αλτρουιστικά ευαίσθητο «ραντάρ» του συγγραφέα, είχε καταφέρει να συλλάβει.
Οι σκηνές ζηλοτυπίας, οι ηθικοί εκβιασμοί, το γυναικείο όπλο του σεξ, ακόμα και αν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα-όπως μας δείχνει διαρκώς η ταινία στην εξώπορτα του πύργου των Τολστόι ήταν εγκατεστημένα (ευτυχώς όπως θα σας πω παρακάτω) τα δημοσιογραφικά συνεργεία της εποχής, για να καταγράψουν, εν είδει τέντας Ωνασείου, κάθε γαργαλιστική λεπτομέρεια-μετατρέπουν την ταινία σε ένα είδος προβολής μέσα από την κλειδαρότρυπα, κάτι εντελώς αποσπασματικό και κατά συνέπεια, άνευρο και προσβλητικό.
Τρομερά ενοχλητική η χρησιμοποίηση της αγγλικής γλώσσας σε ένα τόπο και τοπίο τόσο πολύ ηχητικά φορτισμένο. Από τον τρόπο που η ομιλία έρχεται να αποδώσει σκέψεις και συναισθήματα, δημιουργούνται και οι εντυπώσεις και βιώνονται τα νοήματα.
Παρόλο, που κάποιοι θεατές βιάστηκαν με την αναγραφή των τίτλων του τέλους, να σηκωθούν από τις άβολες καρέκλες τους, αν κάτι άξιζε, ήταν τα πραγματικά «επίκαιρα» αυτών των πρώτων κινηματογραφικών συνεργείων, που κατέγραψαν τις εικόνες της φύσης και των ανθρώπων της εποχής και που μας μετέφεραν στο πραγματικό κλίμα. Τουλάχιστον, ως προς αυτό το σημείο, είναι προς τιμήν του σκηνοθέτη, που μας επέτρεψε να σχηματίσουμε μια γνώμη, έξω από την δική του ματιά. Στα λίγα αυτά λεπτά αποζημιωθήκαμε από ένα βαρετό δίωρο.

Τετάρτη 28 Ιουλίου 2010

Τα Κόκκινα Παπούτσια-The Red Shoes


Όταν η ζωή δανείζεται από το παραμύθι, φτιάχνει τις δικές της ιστορίες και μας τις γυρνάει πίσω, ξανά, σαν παραμύθι. Η ανασκευασμένη ταινία των Michael Powell και Emeric Pressburger, του 1948, «Τα κόκκινα παπούτσια», βασισμένη πάνω στο παραμύθι του Hans Christian Andersen, ένας συνδυασμός μελοδράματος, μουσικής, χορού και φαντασίας μπαίνει στα παρασκήνια, πίσω από τους προβολείς, εκεί που οι άνθρωποι του θεάματος μοχθούν, ζηλεύουν, ονειρεύονται και κάποιες φορές για κακή τους τύχη…ερωτεύονται.
Ο Boris Lermontov (Anton Walbrook), θεατρικός επιχειρηματίας, γνωρίζει τόσο καλά την δουλειά του, να στήνει παραστάσεις μπαλέτου, που γίνεται τόσο αλαζόνας, ώστε να πιστεύει, πως μπορεί να ρυθμίζει την ζωή των συνεργατών του. Τα δυο πουλέν του, ο μαέστρος και συνθέτης Julian Craster (Marius Goring) και η πρίμα μπαλαρίνα Victoria Page (Moira Shearer) αγαπιούνται. Η πόρτα του θιάσου κλείνει και για τους δυο, μέχρι που έρχεται η στιγμή, για την όμορφη γυναίκα, να διαλέξει σε ποια αγάπη θα χαρίσει την ζωή της. Στον χορό ή στον σύντροφό της. Τα κόκκινα παπούτσια του χορού, που φέρουν και φέρονται από τα πόδια της πρωταγωνίστριας, γίνονται σύμβολο ενός εσωτερικού αγώνα, μιας απελπισμένης αντίστασης στις αξεπέραστες συμβάσεις του καλλιτεχνικού στερεώματος. Ένα ιδιότυπο τρίγωνο ανθρώπων, όχι ερωτικό, αλλά με έντονα διεκδικητικά στοιχεία, αποκαλύπτει με ευκρίνεια τις πτυχές των χαρακτήρων. Σενάριο δουλεμένο εξαιρετικά, από το οποίο ανθολογώ την, με έπαρση, ατάκα του Lermontov, η οποία επιδεικνύει ψήγματα ελεγχόμενης μετριοφροσύνης : «Και ο καλύτερος μάγος δεν μπορεί να βγάλει λαγό απ’ το καπέλο, αν δεν υπάρχει λαγός κάτω απ’ το καπέλο», όταν αναφέρεται στην ανακάλυψη της χρυσοφόρας μπαλαρίνας του.
Σκηνοθεσία αριστουργηματική, με τον φακό να τρυπώνει διαρκώς ανάμεσα από ανθρώπους, πόρτες, κουρτίνες, σκηνικά. Ρυθμός έντονος, που μεταδίδει αγωνία, καθώς παίζει με τον χρόνο, οι αποφάσεις παίρνονται μέσα σε λεπτά στο βαγόνι του τραίνου, που ετοιμάζεται να αναχωρήσει. Σκηνές με έντονο συμβολισμό, όπως τα δυο άλογα ζεμένα δίπλα-δίπλα στην άμαξα, που μεταφέρει το ζευγάρι στο πρώτο ραντεβού τους. Εικόνες όλο χλιδή από το Μόντε Κάρλο και φυσικά η παράσταση των «κόκκινων παπουτσιών», που οποιαδήποτε περιγραφή είναι καταδικασμένη να την αδικήσει. Το σμίξιμο της τέχνης με την φαντασία, ένας ζωγραφικός πίνακας, που παρασύρει καλλιτέχνες και κοινό σε ένα μαγευτικό ταξίδι.


Τρίτη 20 Ιουλίου 2010

Toy Story 3


Συμπαθητική ταινία κινουμένων σχεδίων για μικρούς και μεγάλους. Σενάριο προβλέψιμο, υπερβολικά συγκινητικοφανές και με πολλά κλισέ, αλλά σκηνοθεσία και ποιότητα σχεδίου εκπληκτικά και σε άψογη συνεργασία. Δίνεται η εντύπωση, ότι η Pixar, ενώ δυσκολεύεται να παρακολουθήσει την σύγχρονη πραγματικότητα, όταν αποφασίζει να το κάνει, έχει την γνώση και την τεχνολογία, για να το κάνει με τρόπο άρτιο και πειστικό.
Είναι εντυπωσιακή η ικανότητα και αυτής της ταινίας, να ενσωματώνει και να αποδομεί αμερικάνικα στερεότυπα, εντάσσοντάς τα μέσα στους διαλόγους. Ένας επιφανειακός αυτοσαρκασμός, χωρίς καμιά διάθεση αυτοκριτικής, που καταφέρνει να περάσει υπόγεια συντηρητικές θέσεις, χωρίς να προκαλεί. Το λογύδριο από το στρατιωτάκι-λοχία, όταν εγκαταλείπει το σπίτι του Andy και τα υπόλοιπα παιχνίδια, «ήταν τιμή μου να υπηρετήσω μαζί σας…» ή οι κοτίστικες συμπεριφορές της Barbie, που ξεφτιλίζουν κάθε έννοια φεμινισμού, προεξοφλούν μια έστω και βιασμένη συγκατάνευση, από την πλευρά του θεατή.
Όλο το σκεπτικό της ταινίας βασίζεται στην παιδική παραδοχή, ότι ο κόσμος των παιχνιδιών ζωντανεύει μέσα από την φαντασία τους. Με αυτό το δεδομένο, παράλληλα με τον δικό μας κόσμο, ζει και κινείται ένας πραγματικός κόσμος που αποτελείται από παιχνίδια, με ελάχιστα «παράθυρα» επικοινωνίας, όσα είναι απαραίτητα για την εξέλιξη της υπόθεσης. Για χάρη πάλι του παραμυθιού, ο παράγοντας χρόνος, που αμβλύνει την σύνδεση του παιδιού με το παιδικό του παιχνίδι, έχει μηδενιστεί, με αποτέλεσμα μια μελοδραματική ατμόσφαιρα, που η διαχείρισή της αυξομειώνεται μέσα από το στοιχείο της δράσης και της περιπέτειας.
Όταν ο Andy ενηλικιώνεται, τα παιδικά του παιχνίδια, αν δεν θέλουν να καταλήξουν στα σκουπίδια, πρέπει να βρουν κάποιο άλλο παιδάκι, για να του χαρίσουν την παρέα τους. Αυτό δεν είναι τόσο απλό, γιατί ανάμεσα στους δυο κόσμους δεν υπάρχει φωνητική επικοινωνία. Τα παιχνίδια θα βρεθούν στα χέρια παιδιών-τεράτων ενός παιδικού σταθμού και υπό τις απειλές και την εξουσία ενός σατράπη λούτρινο-αρκούδου. Χωρίς την στοργή ενός συγκεκριμένου ιδιοκτήτη πάσχουν συναισθηματικά (ναι! Ακριβώς αυτό συμβαίνει) και οργανώνουν την δραπέτευσή τους.
Το καλό και το κακό βαλμένα στα κουτάκια τους, με συνταγές ψυχοθεραπείας political correct, μιας και μας παρουσιάζεται προς αποκατάσταση της τάξης και το ψυχοπαθολογικό παρελθόν του άτυχου αρκούδου, παρατημένου από την πρώην ιδιοκτήτριά του. Σκηνές με την αδρεναλίνη στα ύψη, μέσα στην αλυσίδα διαχείρισης των απορριμμάτων, από τις σιαγόνες συμπίεσης μετάλλων μέχρι τις υψικαμίνους και περιγραφές ηρωικών πράξεων, αλληλεγγύης, ανθρωπιάς, λανθάνουσας ερωτικής έλξης, αλλά και αφασικού χιούμορ, όπως αυτό με το χαμένο μάτι της γυναίκας-πατάτας.
Θεωρώ την ταινία επιτυχημένη για έναν ακόμα λόγο. Βγαίνοντας από την αίθουσα αναρωτήθηκα, στιγμιαία, που να βρίσκονται άραγε μετά από τόσα χρόνια οι ορεινές μου μεραρχίες.

Δευτέρα 5 Ιουλίου 2010

L`Atalante



89 λεπτά μαγευτικής κινηματογραφικής παρακολούθησης. Ένα βύθισμα στο Παρίσι του 1934. Μια ιστορία, που σπάει την μονοτονία της καθημερινότητας και γίνεται η αφορμή και εμείς οι θεατές, να πλεύσουμε το ποτάμι, να συναναστραφούμε τους ανθρώπους, να «δέσουμε» μαζί με την παλιά φορτηγίδα στα εμπορικά ντόκα, που ακολουθούν τον Σηκουάνα στην διαδρομή του.
Η αποκαταστημένη ταινία του Jean Vigo, “L’ Atalante”, η μοναδική μεγάλου μήκους ταινία του σκηνοθέτη, που έφυγε από την ζωή μόλις στα 29 του χρόνια, λειτουργεί, σαν ένας καθρέφτης συναισθημάτων. Οι πρωταγωνιστές δεν μιλούν για τον εαυτό τους. Οι στιγμές από την ζωή τους, το περιβάλλον, το χρώμα που παίρνει ο ουρανός και η θάλασσα στην μαυρόασπρη κόπια, τα ρούχα που φορούν οι ίδιοι και οι συμπρωταγωνιστές τους στην ζωή, ο τρόπος που γελούν, μουτρώνουν, θυμώνουν και σμίγουν, πλάθουν τον χαρακτήρα τους. Με εργαλεία, πότε το χιούμορ, πότε τον ρομαντισμό, πότε τον λυρισμό, πότε το σασπένς και την αγωνία, ακόμα και με σκηνές υπερκόσμιες, που ξεπερνούν τον διάχυτο ρεαλισμό, η αφήγηση ξεδιπλώνεται ακυμάτιστη, σαν τα παρόχθια νερά.
Η φορτηγίδα «Αταλάντη» ανέγγιχτη από τις προσωπικές ιστορίες των επιβατών της, σαν την μυθική ηρωίδα της Αργοναυτικής εκστρατείας, κουβαλά μέσα της τα όνειρα, τις προσδοκίες, τις χαρές και τις λύπες των ανθρώπων. Των ανθρώπων κάθε εποχής, που βλέπουν την ζωή να γλιστράει από τα χέρια τους, που απλώνουν να πιάσουν, να γευτούν, να ρουφήξουν το καινούργιο, πριν κλείσουν μέσα στο αμπάρι τα ενθύμια μιας ζωής που πέρασε.
Η Juliette (Dita Parlo) με τα νυφικά ρούχα κατευθείαν από την εκκλησία ακολουθεί τον αγαπημένο της καπετάνιο Jean (Jean Daste) στην εμπορική μαούνα του ποταμού. Παρέα με τον ιδιόρρυθμο γέρο ναύτη Jules (Michel Simon), τον μούτσο και ένα τσούρμο γάτες θέλει να ξεφύγει από την τετριμμένη και άνοστη ζωή του χωριού. Η πόλη, το Παρίσι φαντάζει στα μάτια της, η γη της επαγγελίας. Μια αναποδιά θα την κρατήσει μακριά και το πρώτο συζυγικό καυγαδάκι, που θα ξεσπάσει, θα την αφήσει μόνη στον ξένο τόπο. Ο ερωτικός πόνος, η άναρθρη κραυγή των νεόνυμφων, θα οδηγήσει τα βήματα του Jules, να ανακαλύψει και να φέρει πίσω την όμορφη γυναίκα.
Με σκηνές απαράμιλλης σκηνοθετικής ευφυΐας, χωρίς επιτήδευση, όπως το ψάξιμο μέσα στην ομίχλη στην αποβάθρα, η βιτρίνα με τις κούκλες- καθώς στην προθήκη καθρεφτίζονται οι φιγούρες των περαστικών του δρόμου- το σύρσιμο πάνω στον δίσκο βινυλίου του δάκτυλου του ναύτη και η αναπάντεχη μουσική που ακούγεται, μέχρι να αντιληφθούμε, ότι ο μικρός μούτσος παίζει το ακορντεόν, η βουτιά του καπετάνιου στο ποτάμι, για να αντικρύσει μέσα στο νερό την μορφή της αγαπημένης του και άλλες πολλές, κάνουν την ταινία “L’ Atalante” ένα σταθμό στην ιστορία του πρόδρομου, ομιλούντα κινηματογράφου.

Αν και πρόκειται για μια καθαρά κινηματογραφική εμπειρία, η ταινία βρίσκεται στο youtube σε 8 μέρη, ξεκινώντας από εδώ.



Παρασκευή 2 Ιουλίου 2010

Ακαδημία Πλάτωνος


Μια προσπάθεια ηθογραφικής προσέγγισης της νέας ελληνικής πραγματικότητας, με κεντρικό άξονα τις ρατσιστικές αντιλήψεις μιας παρέας συνανθρώπων μας, απέναντι στους μετανάστες και πιο ειδικά στους Αλβανούς। Ο σκηνοθέτης Φίλιππος Τσίτος, στην ταινία «Ακαδημία Πλάτωνος», επιχειρεί να σχεδιάσει το περιβάλλον, μέσα στο οποίο αναπτύσσονται μισαλλόδοξες απόψεις. Με όχημα αποκλειστικά την δύναμη της εικόνας, χωρίς καθόλου λεκτικούς επεξηγηματικούς προσδιορισμούς, ψάχνει την γενεσιουργό αιτία, πίσω από το ανόητο σύνθημα «Δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ…». Πολλές σκηνές έχουν να κάνουν με μια σειρά από φαινομενικά άσχετα με το θέμα γεγονότα, όπως ο πρόσφατος χωρισμός του ήρωα, του Σταύρου (Αντώνης Καφετζόπουλος) με την συμβία του, με την παρακολούθηση του ποδοσφαιρικού αγώνα Ελλάδα-Αλβανία και τις αντιδράσεις των οπαδών, με την επίσκεψη στον γιατρό δημόσιου νοσοκομείου για την άρρωστη μητέρα και άλλα πολλά. Κομμάτια, που αποκρυπτογραφούν το συναισθηματικό υπόστρωμα, πάνω στο οποίο φουντώνουν οι ιδέες, που βλέπουν το "διαφορετικό", σαν απειλή.
Σε μια κοινωνία που βρίσκεται σε παρακμή οικονομική, πολιτισμική και περιβαλλοντική, σε μια κοινωνία που κυριαρχούν η διαφθορά, τα σκάνδαλα, ο μηδενισμός και η ατομική ανέλιξη, οι άνθρωποι, που για οποιοδήποτε λόγο θα βρεθούν στο περιθώριο ή αισθάνονται ότι είναι στο περιθώριο, είναι επιρρεπείς στο να πέσουν στην παγίδα ενός λαϊκίστικου εθνικισμού. Όλα αυτά καταγράφονται με σαφήνεια και επάρκεια.
Το μυθιστορηματικό εύρημα, ας το πούμε έτσι, της ταινίας είναι, ότι θέλει τον ελληναρά Σταύρο, να είναι και ο ίδιος αλβανικής καταγωγής, μιας και η γριούλα- πια- μητέρα του είχε πριν πολλά χρόνια έρθει στην Ελλάδα από την Αλβανία, αφήνοντας όμως εκεί τον μεγαλύτερο γιο της, που ήταν πολύ άρρωστος για να ταξιδέψει. Η γνωριμία με τον Αλβανό αδελφό, τον Μαρενγκλεν (Αναστάσης Κόζντινε) (από το Μαρξ-Ένγκελς-Λένιν), που κατά μοιραία σύμπτωση εργάζεται στην γειτονιά του, είναι για τον πρωταγωνιστή μια βόμβα στα θεμέλια της ψυχοσωματικής και της εθνικής του συγκρότησης.
Η επιλογή του σκηνοθέτη, να χρησιμοποιήσει αυτήν την τραβηγμένη από τα μαλλιά ιστορία, σαν το κινηματογραφικό χαλί της υπόθεσης, ουσιαστικά τραβά αυτό το χαλί, από την κατά τα άλλα αξιέπαινη προσπάθειά του. Η άποψη, ότι το σαθρά στηριγμένο ιδεολόγημα της φυλετικής ανωτερότητας, μπορεί να ανατραπεί, όταν ο άνθρωπος έρθει αντιμέτωπος με μια προσωπική δοκιμασία, είναι ένα επιχείρημα, της ακριβώς απέναντι πλευράς. Στο επίπεδο, όχι του «επιστημονικού» ρατσισμού, αλλά του ρατσισμού που στηρίζεται στην άγνοια και στην ανάγκη του ανθρώπου να ανήκει στην πλειοψηφία, δηλαδή, να είναι στην μόδα, κάθε ανατροπή έχει τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα. Έτσι, το υπεραισιόδοξο φινάλε φαντάζει μετέωρο και προβληματικό.
Η ταινία κερδίζει σε αφάνταστο βαθμό, χάρις την εξαιρετική εσωτερική ερμηνεία του Αντώνη Καφετζόπουλου. Χωρίς το παραμικρό ίχνος κίνησης στους μυς του πρόσωπου του, μεταφέρει στα κοντινά πλάνα, μια αίσθηση ματαιότητας, που θυμίζει αρχαία τραγωδία.

Δευτέρα 21 Ιουνίου 2010

Σιωπηλός γάμος-Nunta Muta


Ένα μίγμα πολλών σκηνοθετικών ματιών, που όμως ομογενοποιούνται σε κάτι απόλυτα προσωπικό. Μια ταινία κυριολεκτικά μαγική, γιατί καταφέρνει με εργαλεία γήινα, με εικόνες ρεαλιστικές, με καταγραφές ιστορικές, να παρουσιάζει το υπερκόσμιο και παραφυσικό, να προκύπτει τόσο νομοτελειακά, έτσι, που να βρίσκει την θέση του ακριβώς δίπλα, χωρίς να προκαλεί και χωρίς να ξενίζει.
Ο Ρουμανικός «Σιωπηλός γάμος» του Horatiu Malaele ξεκινά, σαν ένα φλασμπακ. Η διήγηση του δημάρχου, ενός τραγικού χωριού, σε ένα κινηματογραφικό συνεργείο, που εξειδικεύεται στην καταγραφή παραφυσικών φαινομένων, των γεγονότων που συνέβησαν, το όχι και τόσο μακρινό 1953, στην νεαρή- τότε- σοσιαλιστική δημοκρατία και το αντίκτυπο που αυτά είχαν στην ζωή των κατοίκων του.
Το χωριό έχει την δική του αυτοτελή ζωή. Τους δικούς του ρυθμούς, τις δικές του ισορροπίες, την δική του πόρνη, τον δικό του «διαφορετικό», τον νάνο του. Μια κοινωνία που βρίσκεται σε αρμονική συνύπαρξη με τον περιβάλλοντα χώρο. Η νέα κομμουνιστική διακυβέρνηση δυσκολεύεται να διαχυθεί ομαλά στην ζωή των χωρικών. Αυτή η δυσαρμονία βρίσκει την απόλυτη έκφρασή της, όταν η εξουσία, με αφορμή τον θάνατο του Στάλιν, διατάσσει επταήμερο υποχρεωτικό πένθος και ουσιαστικά απαγορεύει το γαμήλιο γλέντι του Iancu και της Mara. Ο γαμπρός, η νύφη, οι συγγενείς και οι καλεσμένοι τους αποδέχονται αρχικά την άνωθεν εντολή, για να ξεσπάσουν λίγο αργότερα μέσα από μια ηφαιστειακή έκρηξη, ποτισμένη από την αδικία της καταπίεσης, σε ένα πρωτογονικό ξεφάντωμα. Τα σοβιετικά τανκς θα ισοπεδώσουν το χωριό, διότι «δεν συνεμορφώθη προς τας υποδείξεις», θα πάρουν τους άνδρες και θα αφήσουν πίσω μόνο τις γυναίκες και τα μικρά παιδιά. Μια ολοκληρωτική καταστροφή, μιας και όπως περιγράφει ο δήμαρχος: «Οι κομμουνιστές στην θέση του χωριού φτιάξανε ένα εργοστάσιο και τώρα οι καπιταλιστές θα φτιάξουν ένα θέρετρο» συνοψίζοντας με μια μόνο πρόταση, την αέναη στάση κάθε εξουσίας, να καταπνίγει κάθε τι αυθεντικό, μέσα στον φόβο και στην τιμωρία.
Ο Horatiu Malaele πλάθει τους χαρακτήρες του και μας τους παρουσιάζει αναλυτικά. Δίπλα στο κεντρικό ζευγάρι των μελλονύμφων, που ερωτεύονται ανάμεσα στα στάχυα, γέννημα της ίδιας της γης και υπόσχεση για το μέλλον της, κινείται ένας θίασος από ανθρώπους-σύμβολα. Ο κουφός που βλέπει τα πάντα, ο πρώην γαιοκτήμονας, δικαιωματικά με τους αντιφρονούντες, ο διανοούμενος από θέση ενάντια στην χυδαιότητα της αμορφωσιάς, που βαφτίζεται πρωτοπορία, η πόρνη ενταγμένη σε ένα σύστημα ηθικής, που δεν «εκπορνεύει» την ψυχή, ο νάνος ένας κρίκος στην ανθρώπινη αλυσίδα, που απομονώνει την ανασφάλεια και δυναμώνει την κοινωνική συνοχή και άλλοι πολλοί.
Από την άλλη σκηνές, όπως αυτή του υπαίθριου κινηματογράφου, με τα καθεστωτικά «επίκαιρα» και την μελό ταινία, με τα κομματικά μέλη στην πρώτη σειρά να πρωταγωνιστούν σε αυτή την βουβή, σαν φάρσα, κωμωδία, το περιπλανώμενο τσίρκο, ριζωμένο μέσα στις συνειδήσεις των ανθρώπων, σαν προβολέας ενός κόσμου ιδεατού, η μαγεμένη κοπέλα του δάσους, σαν νύμφη και προάγγελος δεινών, καθορίζουν με τον συμβολισμό τους μια οπτική γωνία, που δεν έχει διάθεση απλώς να σταθεί στην καταγγελία της πολιτικής κατάστασης.
Λένε οι «κομμουνιστές» πως: «θέλουμε μια κοινωνία χωρίς πλούσιους και φτωχούς, που κάθε άνθρωπος θα έχει όσα χρειάζεται για να ζει με αξιοπρέπεια» και βλέπουμε ταινίες σαν και αυτήν, τον «Σιωπηλό γάμο» του Horatiu Malaele. Λένε οι «καπιταλιστές» πως: «θέλουμε μια ελεύθερη κοινωνία, που κάθε άνθρωπος θα είναι δημιουργικός και ο πλούτος θα είναι αποτέλεσμα προσωπικής προσπάθειας» και πως «μόνο έτσι μπορεί να αυξηθεί το βιοτικό επίπεδο των ανθρώπων» και βλέπουμε ταινίες, σαν τον «Θίασο» του Θόδωρου Αγγελόπουλου, που περιγράφει την ίδια χρονική περίοδο, όσα συνέβαιναν στην χώρα μας, με τον δικό του τρόπο.
Συνέπεσε την επόμενη μέρα να διαβάσω στο «Βήμα της Κυριακής» την συνέντευξη του Χρόνη Μίσσιου, στον Αργύρη Παπαστάθη.
«Είναι ιστορικά βεβαιωμένο πως η βία και η εξουσία πρόδωσαν τα ωραιότερα όνειρα των επαναστατών».

Δευτέρα 7 Ιουνίου 2010

Changeling-Ανταλλαγή


Η ταινία “Changeling” του Klint Eastwood βλέπεται με μια ανάσα. Κάθε δευτερόλεπτο που περνάει, είναι πραγματικός χρόνος κινηματογραφικής εμπειρίας. Η παρουσίαση μιας αληθινής ιστορίας, που έχει να κάνει με μια αλυσίδα δολοφονιών μικρών αγοριών, στο Λος Άντζελες, του 1928, δίνει την ευκαιρία στον σκηνοθέτη να πει πράγματα πολύ περισσότερα, από όσα θα περίμενε κάποιος από ένα αστυνομικο-δικαστικό δράμα. Από το ιδιωτικό, το περιορισμένο, το μεμονωμένο, περνάει χωρίς μεγαλοστομίες και φιοριτούρες στο δημόσιο, στο συλλογικό, σε αυτό που αφορά τελικά ολόκληρη την κοινωνία. Συνεπής με την ώριμη σκηνοθετική του αντίληψη, που μας χάρισε όλα αυτά τα τελευταία χρόνια αξιόλογες έως αριστουργηματικές ταινίες, έτσι και εδώ, η οπτική γωνία είναι εκείνη που καθοδηγεί το συναίσθημα του θεατή. Η καταδίκη ενός σάπιου, διεφθαρμένου πολιτικο-κοινωνικού συστήματος δεν είναι απλώς το ζητούμενο. Είναι το δεδομένο και γι’ αυτό δεν υπάρχει η ανάγκη να στρογγυλέψουν οι γωνίες. Οι πρωταγωνιστές είναι μονοδιάστατοι, χωρισμένοι σε δυο αντιμαχόμενες πλευρές. Κανένα έλεος από τον κινηματογραφικό φακό στον εξουσιαστικό μονόδρομο, που ακολουθούν οι θύτες. Θάρρος, καρτερικότητα, αλληλεγγύη για τα άτυχα θύματα.
Δυο μαυρόασπρα κάδρα εποχής, από κάποιο κεντρικό δρόμο- με τα πρώτα αυτοκίνητα και τα τραμ- ανοίγουν και κλείνουν την έγχρωμη 141 λεπτών ταινία. Σαν τα σκληρόδετα εξώφυλλα, που κλείνουν μέσα τους και οριοθετούν μια ιστορία από το παρελθόν, που θα διαβαστεί από κάποιους στο μέλλον. Ο σχεδόν μοναχικός αγώνας μια νεαρής μητέρας της Christine Collins (Angelina Jolie), να αποδείξει πως το μικρό παιδί, που της πάσαρε η αστυνομία στην θέση του απαχθέντος γιου της, δεν είναι το δικό της. Ο αστυνομικός διευθυντής, ο προϊστάμενος του, οι πολιτικές αρχές, έχοντας ανάγκη να «επιδείξουν» έργο, για να αντιστρέψουν την σε βάρος τους γνώμη, που έχει σχηματίσει η κοινωνία λόγω της ανικανότητας, της διαφθοράς και της εν τέλει αναποτελεσματικότητας, την πιέζουν με κάθε μέσο, θεμιτό ή αθέμιτο, για να κλείσει όπως-όπως η υπόθεση αυτή. Η καναλιζαρισμένη δημοσιότητα με τον Τύπο, στην υπηρεσία των διωκτικών αρχών, οι επαγγελματικές μέθοδοι ψυχολογικής πίεσης, που φθάνουν μέχρι τον χωρίς ένταλμα εγκλεισμό σε ψυχιατρική κλινική, τα- τι πρωτοτυπία!- όπλα της εξουσίας. Από την άλλη ένα κίνημα πολιτών, υπό την καθοδήγηση του αιδεσιμότατου Gustav Briegleb (John Malkovich) χρησιμοποιεί το καινούργιο μέσο το ραδιόφωνο, σαν μια εναλλακτική πηγή πληροφόρησης και συντονισμού των ενεργειών, για να αναδείξει το μέγεθος της κρατικής τρομοκρατίας και να συμπαρασταθεί στην άτυχη μητέρα. Παράλληλα με αυτά, η, από τα χαμηλά κλιμάκια, πρωτογενής αστυνομική έρευνα κατορθώνει να διαλευκάνει την απαγωγή και να φέρει στην δικαιοσύνη τον ένοχο, ένα μανιακό ψυχοπαθή δολοφόνο.
Χαρακτηριστικό του τρόπου με τον οποίο ξετυλίγεται η υπόθεση είναι η συγκρατημένη αυτοπεποίθηση. Ο Clint Eastwood δείχνει σε κάποιες στιγμές, πως ξέρει να παίξει με τον ψυχολογικό τρόμο, όμως προτιμά τον ρεαλισμό ακόμα και όταν θα σοκάρει τον θεατή. Έχοντας από την αρχή μοιράσει τους ρόλους δεν αισθάνεται υποχρεωμένος να υποστηρίξει το σωστό. Αυτό που μένει, σαν συμπέρασμα, κατά συνέπεια είναι μια αφηγηματική ουδετερότητα, η οποία υπερτονίζεται από την αψεγάδιαστη, λεπτομερειακή χρονική αναπαράσταση. Τα πλάνα, τα ρούχα, accessories, οι συμπεριφορές, που τόσες φορές έχουν καταγραφεί σε έργα της εποχής του Αμερικάνικου κραχ, αντανακλούν εδώ μια αυθεντικότητα και κάνουν το όλο εγχείρημα πιστευτό.