Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2013

El Bola-Ο Μπάλας


Από την ΚινηματογραφικήΛέσχη Πεύκης προβλήθηκε η ισπανική ταινία του Achero Mañas, “El Bola” (Ο Μπάλας).
Θέμα της ταινίας το μείζον πρόβλημα της επαναλαμβανόμενης ενδοοικογενειακής βίας με θύματα τα παιδιά. Η κακοποίηση, λεκτική και σωματική, των πιο αδύναμων μελών της οικογένειας και τα προβλήματα που αυτή δημιουργεί. Εκτός από το σοβαρότερο, την απειλή της σωματικής ακεραιότητας του παιδιού, παρουσιάζονται στην ταινία με τρόπο σαφή και οι υπόλοιπες παρενέργειες αυτού του φαινομένου. Το αίσθημα της μειωμένης αυτοεκτίμησης, η ενοχή ή η συνενοχή των μελών της οικογένειας που συμμετέχουν στην κακοποίηση ή που δεν συμμετέχουν ενεργά, αλλά αρνούνται να καταγγείλουν το γεγονός, η δημιουργία «στεγανών» που απομονώνουν την οικογένεια από την υπόλοιπη κοινωνία και ταυτόχρονα η παρεμπόδιση όσων προσπαθούν να εισχωρήσουν, για να διορθώσουν την κατάσταση, με την αποφυγή των κοινωνικών συναναστροφών, τα ψέματα κ.λ.π. Θίγεται ακόμα και η απροθυμία, σε κάποιες περιπτώσεις επίσημων φορέων, όπως το σχολείο και οι κοινωνικοί λειτουργοί, να παρέμβουν από την αρχή, με το σκεπτικό του σεβασμού απέναντι στην ιδιωτικότητα του οικογενειακού χώρου και της διακριτικότητας ή της έλλειψης χειροπιαστών αποδείξεων.
Ο 12χρονος Pablo, με το παρατσούκλι «Ο μπάλας», γιατί συνέχεια κρατάει στα χέρια του ένα μικρό βώλο, ζει μέσα σε μια φοβισμένη, συντηρητική οικογένεια. Ένας αυστηρός βίαιος πατέρας, μια μητέρα άβουλη και αμίλητη, μια γιαγιά ανάπηρη σχεδόν κατάκοιτη και το φάντασμα του χαμένου σε αυτοκινητιστικό ατύχημα αδελφού πριν αρκετά χρόνια. Ο ερχομός στο σχολείο ενός νέου συμμαθητή, του Alfredo, από ένα τελείως διαφορετικό κοινωνικό backround, θα φέρει τα πάνω κάτω, επηρεάζοντας σαν καταλύτης και φέρνοντας στην επιφάνεια το βαθιά κουκουλωμένο και ένοχο μυστικό της οικογένειας.
Ο σκηνοθέτης επιλέγει να στηρίξει την αφήγησή του πάνω στην αντιδιαστολή δυο εκ διαμέτρου αντίθετων, από άποψη κουλτούρας, οικογενειακών προτύπων. Η οικογένεια του Pablo ένα υπόδειγμα μικροαστισμού και φθηνού καθωσπρεπισμού, απέναντι στην οικογένεια του Alfredo, που οι γονείς του αποτελούν τις προεκτάσεις μιας γενιάς που μεγάλωσε με αντικομφορμιστικά πρότυπα, πλην όμως ενσωματώθηκε στο σύστημα διατηρώντας τους παλαιούς κώδικες συμπεριφοράς, τουλάχιστον σε επίπεδο εξωτερικό, ενδυμασίας, τρόπου ομιλίας, αποδοχής αξιακών προτύπων κ.λ.π.
Πρόκειται για μια ταινία λιτή, χωρίς έντονες σκηνοθετικές παρεμβάσεις, απλή ως προς την κατανόηση της, αλλά υπερβολικά σκληρή. Η αίσθηση είναι, ότι ακόμη και στα σημεία που υπερβάλλει το κάνει για καλό σκοπό, μιας και φωτίζει μια σκοτεινή πλευρά του κόσμου που μας περιβάλλει και που πολλές φορές ανακαλύπτουμε, ότι βρίσκεται ακριβώς μέσα μας. 

Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2013

Monsieur Lazhar-Ο εξαιρετικός κύριος Λαζάρ


Πρόκειται για μια εξαιρετική ταινία, που περιγράφει την ζωή ενός μη εξαιρετικού ήρωα, από τα μέσα μιας σχολικής χρονιάς, μέχρι λίγο πριν το τέλος της. «Ο εξαιρετικός κύριος Lazhar», του Philippe Falardeau, δεν έχει κάτι το χαρισματικό, ούτε το εξαιρετικό επάνω του. Μετανάστης από την Αλγερία, φθάνει στο Κεμπέκ του Καναδά, όπου ζητά πολιτικό άσυλο, γιατί στην χώρα του κινδυνεύει η ζωή του- έχει χάσει ολόκληρη την οικογένειά του μετά από στοχευμένη επίθεση των ισλαμιστών εναντίον της γυναίκας του- και προσλαμβάνεται, για να αναπληρώσει την θέση μιας δασκάλας που αυτοκτόνησε σε ένα δημοτικό σχολείο.

Ο Philipe Falardeau επικεντρώνει τα βέλη του στην παθογένεια της συμπεριφοράς ανάμεσα στους πολίτες των ανεπτυγμένων κοινωνιών, όταν οι κανόνες συμβίωσης που αντανακλούν στο κοινωνικό κράτος, στον αμοιβαίο σεβασμό, στα ανθρώπινα δικαιώματα ,«αποστεώνονται» και χάνουν εν μέρει την λειτουργικότητά τους, σαν χειρουργικά εργαλεία στα χέρια μαθητευόμενων γιατρών. Κατακτήσεις που κερδήθηκαν με κόπους και θυσίες και σκοπό έχουν να προστατεύσουν τους κάθε φορά πιο αδύναμους, όπως τα παιδιά,  οι μετανάστες κ.λ.π. συνεχίζουν να λειτουργούν με «κεκτημένη ταχύτητα», ομογενοποιώντας ιδιαιτερότητες και στο όνομα της ατομικότητας, στο τέλος να συνθλίβουν το ίδιο το άτομο.

Ο σκηνοθέτης φυσικά κάνει κριτική στην λάθος εφαρμογή και στην έλλειψη παραμετροποίησης αυτής της διαδικασίας, που αφορά βέβαια τις πιο ανεπτυγμένες περιοχές του πλανήτη. Ο Monsieur Lazhar (Mohamed Fellag) με τίποτα δεν θα άλλαζε την political correct ατμόσφαιρα του Κεμπέκ, για να γυρίσει πίσω στην μίζερη και επικίνδυνη πραγματικότητα της γενέτειράς του.

Το σενάριο, στιβαρό και υπαινικτικό, καταπιάνεται με αποτελεσματικότητα και θίγει ένα σωρό πτυχές της σύγχρονης ζωής, όπως ο ρατσισμός, η χορήγηση πολιτικού ασύλου, οι σχέσεις γονιού-παιδιού και γονιού με τον εκπαιδευτικό, το bullying στα πλαίσια του σχολικού περιβάλλοντος, η ζωή μέσα στην σχολική αίθουσα και ο τρόπος μετάδοσης της γνώσης, η ίδια η παιδική ηλικία  που ακροβατεί ανάμεσα στην τρυφερότητα και την ωριμότητα, που προκύπτει, όχι σαν αφομοίωση εμπειριών, αλλά σαν απορρόφηση τεράστιων ποσοτήτων πληροφοριακών gigabytes.

Η ταινία δεν δίνει λύσεις, δεν έχει τίποτα το διδακτικό. Δεν κάνει το λάθος να «δείξει» προς μια ιδανική κοινωνία ισορροπημένων και σωστά εκπαιδευμένων πολιτών, που θα διορθώσουν κάποια στιγμή όλα τα κακώς κείμενα. Ταυτόχρονα δεν δείχνει και που βρίσκεται το λάθος. Ο θεατής μπορεί να το αναγνωρίσει, συγκρίνοντας αυτό που βλέπει… με την δική του πραγματικότητα.

Οι ερμηνείες των ηθοποιών και ιδιαίτερα των μικρών παιδιών είναι συγκλονιστικές.  

Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2012

Las 13 rosas-Τα 13 τριαντάφυλλα


Συνέχεια στο μίνι αφιέρωμα στον Ισπανικό εμφύλιο στις προβολές της Κινηματογραφικής Λέσχης Πεύκης. Μετά τα αριστουργήματα «Η γλώσσα της πεταλούδας», του José Luís Cuerda και «ΟΝότος», του Victor Erice,  της προηγούμενης σεζόν και το «Μαύρο ψωμί», του Agustí Villaronga, ήρθε η σειρά της ταινίας «Τα 13 τριαντάφυλλα» (Las 13 rosas) του Emilio Martínez Lázaro. Όπως και οι προηγούμενες, έτσι και αυτή η ταινία δεν αναφέρονται στον Ισπανικό εμφύλιο, σαν ιστορικό γεγονός, αλλά κάνοντας αναφορά σε αυτόν, ξεδιπλώνουν την δραματουργική τους διάσταση.
Βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, που αναφέρονται στην παρακολούθηση, στην σύλληψη, στην ανάκριση, στον εγκλεισμό στην φυλακή και τελικά στην εκτέλεση μιας ομάδας νεαρών γυναικών, μελών της σοσιαλιστικής νεολαίας. Ένα μέρος του σεναρίου αποτελείται από πηγές, όπως τα γράμματα που αντάλλασαν οι φυλακισμένες με τους συγγενείς τους.
Αν και σκηνοθετικά η ταινία δεν διεκδικεί ιδιαίτερες δάφνες, έχοντας χαρακτήρα καθαρά αφηγηματικό, η ιστορική της αξία είναι σημαντική, μιας και μεταφέρει τον θεατή στην ταραγμένη δεκαετία του ’40.  Παρατηρούμε μια Μαδρίτη να έχει καταπληκτικές αναλογίες με το «Ρώμη ανοχύρωτη πόλη», του Roberto Rossellini, αλλά χωρίς να την διαπερνά η δύναμη του ιταλικού νεορεαλισμού.
 Μετά την επικράτηση των φασιστών του Φράνκο, η ηγεσία των δημοκρατικών, των σοσιαλιστών και των κομμουνιστών και όσοι από αυτούς μπορούν, εγκαταλείπουν την Μαδρίτη. Μια ομάδα μελών της σοσιαλιστικής νεολαίας, ιδεολόγοι αγωνιστές για την κοινωνική δικαιοσύνη, βιώνουν την τρομοκρατία των φαλαγγιτών. Οι ίδιοι και οι οικογένειες τους γίνονται θύματα ενός άνευ προηγουμένου βίαιου εκφασισμού της κοινωνίας. Με όχημα την καραμέλα του «πατριωτισμού» την βία και τον φόβο της βίας, η κοινωνία υποτάσσεται να συμμετάσχει ενεργά στο πλευρό των νικητών του εμφύλιου. Ένας διάχυτος επιβαλλόμενος μιλιταριστικός τρόπος ζωής διαπερνά όλα τα επίπεδα της κοινωνικής οργάνωσης. Η δολοφονία από αριστερούς εξτρεμιστές ενός αξιωματούχου των φασιστών, της κόρης του και του οδηγού του, σε ενέδρα, θα τους οδηγήσει, σαν μια μορφή αντίποινων, στο στρατιωτικό δικαστήριο και από εκεί στο εκτελεστικό απόσπασμα 43 άνδρες και 13 γυναίκες.
Ο σκηνοθέτης χάνεται κάπου ανάμεσα στο συλλογικό και στο ατομικό. Η παράλληλη διήγηση των ιστοριών, των 13 πρωταγωνιστριών και ο τρόπος με τον οποίο κάθε μια συμμετέχει, ενεργεί, δρα και αντιδρά, με τον προσωπικό της μικρόκοσμο αλλά και το περιβάλλον της, αφήνει τεράστια κενά στην διαχείριση της υπόθεσης, που τονίζονται ακόμη περισσότερο από την αφελή σε αρκετές περιπτώσεις απόδοση των ηθοποιών. Αν και καταπιάνεται με πολλές πτυχές του ανθρώπινου ψυχισμού άλλωστε κάθε μια από τα 13 "τριαντάφυλλα" κινείται σε ιδιαίτερο επίπεδο συμπεριφοράς αυτό που λείπει είναι ένας ενιαίος "οδικός" χάρτης αφηγηματικής τεχνικής. Υπάρχουν ευτυχώς πολλές δυνατές εικόνες στην φωτογραφία του José Luís Alcaine, που πετυχαίνουν να κρατήσουν την ταινία σε ικανοποιητικά επίπεδα.
Αν κάτι μένει από αυτήν την ταινία για τον θεατή του 21ου αιώνα είναι, ότι ο φασισμός δεν πολεμιέται με βία- που άλλωστε αποτελεί προνομιακό του πεδίο- αλλά με την εξάλειψη των αιτιών που δημιουργούν την εμφάνιση αυτού του νοσηρού φαινομένου και την απονομιμοποίηση του στις συνειδήσεις των ανθρώπων.  

Ξεχωρίζει για την δύναμη της και την λειτουργικότητά της η μουσική του Roque Baños

Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2012

Görünmeyen-Unseen-Αθέατες


Όπως μας εξήγησε ο σκηνοθέτης Ali Ozgenturk, λίγο πριν ξεκινήσει η προβολή της ταινίας στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος- στα πλαίσια του 25ου Πανοράματος Ευρωπαϊκού κινηματογράφου -είχε αρχίσει να γράφει το σενάριο από το 1972. Περιγράφει πραγματικά περιστατικά από την ζωή του παππού του, κάπου στα βάθη της ανατολικής Τουρκίας,, λίγο πριν ξεκινήσει στην Ευρώπη ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος.
Η ταινία είναι ένα συνεχές μπρος-πίσω. Σύγχρονη πραγματικότητα- ζωηρό έγχρωμο φίλμ. Γεγονότα του παρελθόντος- ασπρόμαυρο ελαφρώς πατιναρισμένο.
Ο αντίκτυπος του παρελθόντος φθάνει να επηρεάζει την ζωή δυο νέων ανθρώπων του Recep (Hakan Eratik) και της Ebru (Sezen Aray). Αν και είναι πολύ ερωτευμένοι δεν μπορούν να ζήσουν μαζί, γιατί τις οικογένειες τους τις στοιχειώνει ένα παλιό κρυμμένο μυστικό.
Το 1936, ο διάσημος Ούγγρος μουσικοσυνθέτης Bela Bartok φεύγει από την Ουγγαρία, για να ξεφύγει από τους Ναζί και φθάνει στην Τουρκία, όπου σκοπεύει να ηχογραφήσει μουσική και τραγούδια από λαϊκούς οργανοπαίχτες και τραγουδιστές στα τα απομακρυσμένα χωριά της Ανατολίας. Ο παππούς του Recep, o Ekrem Kiras (Muhammet Uzener), έχει σπουδάσει μουσική σε ωδείο στην Κωνσταντινούπολη και σε αντίθεση με το στρατοκρατικό καθεστώς του Κεμάλ έχει χαρακτήρα κοσμοπολίτη. Συνοδεύει τον Bela Bartok (Udo Kier) στην περιοδεία του, όμως μαζί τους ακολουθούν άνθρωποι του καθεστώτος με πολιτικά, που υποπτεύονται τους μουσικούς για αντεθνική δράση. Ο αρχηγός των αστυνομικών, ο Erol Soikan(Gurgen Oz), είναι και αυτός μουσικός. Σε όλη την διαδρομή αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στο σωστό και στο λάθος, ανάμεσα στην οικουμενικότητα και την παγκοσμιότητα της μουσικής έκφρασης και στον επαρχιωτισμό της εθνικιστικής κυβέρνησης των προϊσταμένων του. Η απόφασή του θα επηρεάσει το μέλλον του ζευγαριού.
Πρόκειται για μια άνιση ταινία. Η ιστορία των δυο νέων δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τις σύγχρονες τουρκικές σαπουνόπερες της τηλεόρασης. Η ερμηνεία των ηθοποιών επιεικώς απαράδεκτη. Όμως το κομμάτι που αναφέρεται στο παρελθόν εκτός από την στιβαρή αφήγηση, την ωραία φωτογραφία και γενικά μια αψεγάδιαστη αισθητική, περιλαμβάνει και μια εξαιρετική επιλογή μουσικών κομματιών και τραγουδιών, ενταγμένων απόλυτα στον φυσικό τους χώρο. 

Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2012

Pa negre-Μαύρο ψωμί


Βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Emili Teixidor είναι τη ταινία του Agustí Villaronga, “Pa negre”, που σημαίνει στην καταλανική γλώσσα «Μαύρο ψωμί». Ένα εικαστικό κινηματογραφικό διαμάντι που προβλήθηκε από την Κινηματογραφική Λέσχη Πεύκης, στο δημοτικό θέατρο της πόλης.
Πρόκειται για μια ταινία δραματική, που αναφέρεται ιστορικά στα χρόνια αμέσως μετά την επικράτηση των φασιστών, φαλαγγιτών του Φράνκο και στην βίαιη κρατική καταστολή που ακολούθησε, σε βάρος των δημοκρατικών. Όμως αυτό είναι μονάχα το μοτίβο πάνω στο οποίο το μυθιστόρημα, αλλά και η ταινία ξεδιπλώνουν την πλοκή τους. Μια πλοκή που παρακολουθούμε μέσα από τα μάτια του μικρού Andreu (Francesc Colomer), σαν μια μορφή διήγησης με στοιχεία μυστηρίου και φαντασίας σε αναλογίες ιδανικές. Ο τρόπος προσέγγισης των πραγμάτων, ενώ δεν αφήνει αμφιβολίες ως προς την οπτική γωνία του σκηνοθέτη, εστιάζει πάνω στις ανθρώπινες αδυναμίες. Η πολιτική διένεξη απλώς υποθάλπει, χωρίς να κατευθύνει τις πράξεις των πρωταγωνιστών. Τα μυστικά που αποκαλύπτονται στον σωστό χρόνο,  οι συμβολισμοί με τα πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης και τα «ζωγραφικά» πλάνα, απογειώνουν την προβολή και αναδεικνύουν ισάξια όλα τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται η ταινία.
Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με νικητές και ηττημένους, όπως συνήθως συμβαίνει μετά από έναν εμφύλιο πόλεμο. Τα χρόνια της αθωότητας, που αφήνει πίσω του ο Andreu, ο μικρός γιος του συμπαθούντος τους αριστερούς Farriol (Roger Casamajor) και της Florencia (Nora Navas), έχουν να κάνουν με τα μυστικά και τα ψέματα που η μικρή κοινωνία κρύβει σαν σκελετούς μέσα σε παλιά σεντούκια. O Andreu μεγαλώνει εμφορούμενος με τις ιδέες της  Αριστεράς, μαθαίνει να περπατάει με το κεφάλι ψηλά, να καταφρονεί τους προσκυνημένους, να σέβεται την ελευθερία, να ονειρεύεται ένα μέλλον δίκαιο, μέχρι που ανακαλύπτει ότι η βασική διάκριση ανάμεσα στους πλούσιους και τους φτωχούς εκμηδενίζεται μπροστά στις προκαταλήψεις και στον βαθιά ριζωμένο συντηρητισμό που διαπερνάει τον κοινωνικό ιστό οριζόντια. Το χρήμα μπορεί να αγοράσει τις συνειδήσεις που πουλιούνται. 
Η μικρή του φίλη η Nuria (Marina Comas) μια «μάγισσα» που τον μυεί στον κόσμο των ενηλίκων, ο αιθέριος φθισικός που ποθεί να πετάξει σαν πουλί με τα φτερά των αγγέλων, ο αλκοολικός δάσκαλος θύτης και θύμα μαζί, η θεία Enriqueta που αρνείται να παντρευτεί τον πλούσιο γείτονα και διατηρεί παράνομη σχέση με έναν φαλαγγίτη και πολλοί ακόμα χαρακτήρες δουλεμένοι με τρόπο αριστοτεχνικό μα πάνω από όλους Pitorliua κρυμμένος ψηλά στην σπηλιά να στοιχειώνει σαν φάντασμα, περισσότερο από όσο στοίχειωνε με την «διαφορετική» ζωή του, όσο ζούσε.
Για τον Villaronga δεν υπάρχουν γενναίοι και δειλοί. Μια ανάσα πάνω στο παγωμένο τζάμι αρκεί για να θολώσει το παρελθόν και να το καταδικάσει στην λήθη.    

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2012

Summer book-Tatil Kitabi


Η ταινία “Summer book” (Tatil Kitabi), του Τούρκου σκηνοθέτη Seyfi Teoman, προβάλλεται από το 25ο πανόραμα ευρωπαϊκού κινηματογράφου.
Πρόκειται για μια ταινία με ενδιαφέρον θέμα, όμορφα πλάνα, όπου ακόμα και οι σκηνοθετικές ευκολίες δείχνουν καλοδουλεμένες και αφομοιωμένες από τον δημιουργό τους. Καταγράφει με σαφήνεια και επιτυχία την ζωή σε ένα χωριό της σύγχρονης τουρκικής επαρχίας, τον τρόπο που είναι δομημένη η πραγματικότητα, το σχολείο, η ζωή των παιδιών μέσα και έξω από αυτό, τα σπίτια, οι ιδιωτικοί χώροι, η αγορά, τα μαγαζιά, οι ανάγκες και οι φιλοδοξίες των απλών ανθρώπων. Εκεί που αποτυγχάνει, είναι ότι αφήνει «κρεμασμένη» την ιστορία του και ανολοκλήρωτους τους χαρακτήρες των πρωταγωνιστών.
Την πρώτη μέρα που γυρίζουν τα παιδιά στο σχολείο, μετά τις καλοκαιρινές διακοπές, ο δάσκαλος τους ζητά να γράψουν μια έκθεση με τίτλο: «Πότε μαθαίνει κανείς περισσότερο, όταν μελετά ή όταν ταξιδεύει;» Ο μικρός Ali (Tayfun Gunai), που του έκλεψαν το βιβλίο της καλοκαιρινής μελέτης αμέσως μετά το τέλος της σχολικής χρονιάς, φυσικά, δεν μπόρεσε να διαβάσει καθόλου, όμως οι δυσάρεστες οικογενειακές καταστάσεις που βίωσε στις διακοπές του, φαίνεται να τον ωρίμασαν υπερβολικά.
Δεν μπορώ να εξηγήσω, αν το σενάριο ήταν το πρόσχημα, για να γυριστεί αυτή η ταινία ή μπήκε αποκλειστικά, γιατί μια ταινία δεν μπορεί να γυριστεί χωρίς σενάριο ή τουλάχιστον έτσι πιστεύει ο σκηνοθέτης. Η σκηνοθετική γραμμή είναι αργή, ο φακός στέκεται αρκετές φορές ακίνητος, παρακολουθεί τους πρωταγωνιστές να περπατούν, να οδηγούν, κεντράρει σε σπίτια, καταστήματα και ξαφνικά «κατά ριπές» ακούμε τα πάντα από τους ηθοποιούς που κάθονται γύρω από ένα τραπέζι, στο καθιστικό, στο καφενείο κ.λ.π. και από τους διαλόγους τους παίρνουμε σωρηδόν όλες τις πληροφορίες, που ο σκηνοθέτης πιστεύει, ότι αφορούν τους θεατές.
Ο πατέρας Mustafa (Osman Inan) είναι εργατικός και αυστηρός, η μητέρα Guler (Ayten Tokun) υποψιάζεται ότι την απατά και παίρνει το μέρος των γιων της, ο μεγάλος γιος Veysel (Harun Ozuag), που σπουδάζει για να γίνει αξιωματικός του στρατού θέλει να αλλάξει σταδιοδρομία, αλλά ο πατέρας του δεν θέλει, για να μην πληρώσει την αποζημίωση στην σχολή, ο θείος Hasan (Taner Birsel)- αδελφός του πατέρα- είχε έναν άτυχο γάμο στην πόλη και επίσης ατύχησε στην επαγγελματική του πορεία και γύρισε στο οικογενειακό χασάπικο, τον μικρό Ali ο μπαμπάς του τον έβαλε να πουλάει τσίχλες, για να καταλάβει πως βγαίνει το χρήμα και να «τριφτεί» στην αληθινή ζωή. Ο πατέρας παθαίνει εγκεφαλικό επεισόδιο, ψάχνουν να βρουν κάποια χρήματα που είχε κρύψει μέσα στο αυτοκίνητο και δοκιμάζεται η συνοχή της οικογένειας …και δοκιμάζονται λίγο και τα νεύρα τα δικά μας. Θα μπορούσε να ήταν μια πολύ καλή ταινία αν …δεν αδικούσε τον εαυτό της.

Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2012

Αντιφασιστικό Φεστιβάλ Κινηματογράφου


Από το φεστιβάλ αντιφασιστικού κινηματογράφου στον κινηματογράφο Τιτάνια, προβάλλονται πολλές ταινίες με ένα κοινό περιεχόμενο, την φρίκη που σκόρπισε- κυρίως στην Ευρώπη- η ναζιστική και φασιστική λαίλαπα, αλλά και με ένα κοινό σκοπό. Η μνήμη αυτών των γεγονότων να μην αφήσει ποτέ ξανά στο μέλλον την ανθρωπότητα να ξαναζήσει τέτοιες απάνθρωπες καταστάσεις.

Του Roberto Rossellini, η ταινία «Ρώμη, ανοχύρωτη πόλη», γυρισμένη το 1945. Ο σκηνοθέτης δεν χρειάζεται  καθόλου σκηνικά για να γυρίσει τις εξωτερικές λήψεις. Ολόκληρη η πόλη ένας σωρός από ερείπια, οικοδομικά και ανθρώπινα. Ο πόλεμος που μόλις έχει τελειώσει έχει αφήσει πίσω του έτοιμο το κινηματογραφικό υλικό για την ταινία. Ένα μαυρόασπρο αριστούργημα, λιτό και περιεκτικό, που παράλληλα με την ιστορία που διηγείται, απεικονίζει στα δεύτερα και στα τρίτα πλάνα του, εν είδει ακατέργαστου ντοκιμαντέρ, την κόλαση του πολέμου που προηγήθηκε. Μαγική ασπρόμαυρη, νεορεαλιστική φωτογραφία, κάδρα από ανθρώπινα ράκη ενός λαού που πίστεψε στον κιτς βερμπαλισμό ενός ανεκδιήγητου δημαγωγού, για να βιώσει έπειτα την ταπείνωση και να πληρώσει με το αίμα του τις υπερφίαλες φασιστικές φαντασιώσεις του.
Ο ηγέτης της αριστερής αντιστασιακής οργάνωσης, Giorgio Manfredi (Marcelo Paglieri), κρύβεται στο σπίτι  της Pina (Anna Magnani), αρραβωνιαστικιάς ενός φίλου του, για να γλυτώσει την σύλληψη από τους Ναζί και τους Ιταλούς φασίστες συνεργάτες τους. Η πρώην ερωμένη του θα τον καταδώσει και θα συλληφθεί μαζί με τον φίλο του και τον ιερέα Don Pietro Pellegrini (Aldo Fabrizi), που είχε προσπαθήσει να τον σώσει οργανώνοντας την φυγή του στο βουνό. Οι Ναζί περικυκλώνουν το τετράγωνο και εισβάλλουν στην πολυκατοικία βγάζοντας έξω τους κατοίκους. Σε μια μεγαλειώδη σκηνή, σταθμό στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου, η Anna Magnani λουσμένη από ένα λευκό φως, που συγκρατεί την σκόνη της ανοχύρωτης πόλης, τρέχει πίσω από το καμιόνι που κουβαλάει τον αγαπημένο της και πέφτει κάτω νεκρή από τις σφαίρες των Γερμανών στρατιωτών.


«Ο Αληθινός φασισμός», του Mikhail Romm, είναι ένα σοβιετικό ντοκιμαντέρ του 1965, που περιγράφει την άνοδο, τα εγκλήματα και την πτώση του Ναζισμού. Είναι μια συρραφή από φιλμ και φωτογραφίες, που κατασχέθηκαν από τον σοβιετικό στρατό, όταν κατέλαβε το Βερολίνο το 1945. Φωτογραφίες και φιλμ από την υπηρεσία προπαγάνδας των Ναζί, αλλά και υλικό ερασιτεχνικό, που βρέθηκε σε απλούς στρατιώτες ή πολίτες. Επιχειρεί μια προσέγγιση στην ναζιστική ιδεολογία, περιγράφοντας τον τρόπο με τον οποίο κατόρθωσε να αποκτήσει την λαϊκή νομιμοποίηση, για να προχωρήσει στα εγκλήματα τα οποία διέπραξε. Αυτό το εκρηκτικό μίγμα ανερμάτιστου εθνικισμού, δηλαδή πατριδοκαπηλίας και μισαλλοδοξίας, στα θεμέλια μιας κοινωνίας που μαστίζεται από την οικονομική κρίση, την ανέχεια και την ανεργία. Η κατασκευή του εθνικού μύθου περί «ανώτερης φυλής», οι προσεκτικά σχεδιασμένες και άψογα εκτελεσμένες παρελάσεις, οι σημαιοστολισμοί και οι βαρύγδουπες στρατιωτικές τυμπανοκρουσίες, για την ανύψωση του φρονήματος και η υπόδειξη ενός εχθρού διακριτού και εύκολα προσβάσιμου, καταγράφονται με μεθοδικότητα και σαφήνεια, χρησιμοποιώντας ακριβώς τα εργαλεία, που οι ίδιοι οι Ναζί χρησιμοποίησαν για την δική τους αναρρίχηση στην εξουσία. Η επιτυχία αυτού του ντοκιμαντέρ έγκειται ακριβώς σε αυτήν την λεπτομέρεια. Μέσα από μια διαφορετική οπτική γωνία καταδεικνύει το σάπιο εθνικό αφήγημα, που κατόρθωσε να μπολιαστεί με τρόπο συστηματικό στο μυαλό της Γερμανικής μεσαίας τάξης.   Οι εικόνες που βλέπουμε είναι τόσο ισχυρές, που σε πολλά σημεία η αφήγηση καταντά απολύτως περιττή. Άλλωστε, είναι ολοφάνερη (και αναμενόμενη αν αναλογιστούμε την χρονιά δημιουργίας του ντοκιμαντέρ αυτού) μιας διάχυτης σοβιετικής προπαγάνδας. Το μοντάζ εστιάζει κυρίως στην προσωπικότητα του Χίτλερ και των συνεργατών του, επιλέγοντας να επικεντρωθεί στις λεπτομέρειες που διαρρέουν από την προσεκτική παρατήρηση του αρχειακού υλικού.   

Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2012

Ο έρωτας στο Ζέλαρι (Zelary)


Σε πείσμα όλων, κόντρα στην μιζέρια και την κατάθλιψη, ξεκίνησαν και φέτος οι προβολές της Κινηματογραφικής Λέσχης Πεύκης.
Η πρώτη ταινία από την Τσεχοσλοβακία, του σκηνοθέτη Ondrej Trojan. «Ο έρωτας στο Ζέλαρι» (Zelary), πρόκειται για μια επική, λυρική ταινία, που αναφέρεται στην Τσεχική αντίσταση εναντίον των Ναζί. Μέσα σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο, παρακολουθούμε την καθημερινότητα σε ένα μικρό ορεινό χωριό, σχεδόν αποκλεισμένο από την υπόλοιπη χώρα.
Παρά τις καλές προθέσεις, έχουμε να κάνουμε με μια απελπιστικά μονοδιάστατη και απλοϊκή προσέγγιση του όλου θέματος. Το σενάριο παιδαριώδες και η σκηνοθεσία βαρετή και προβλέψιμη. Η κατάσταση σώζεται από την φωτογραφία, η οποία σε κάποιες στιγμές σηκώνει το βάρος ολόκληρης της ταινίας. Οι χαρακτήρες, διανεμημένοι στα πλαίσια του «καλός-κακός», μένουν ανολοκλήρωτοι και η πρωταγωνίστρια, Ana Geislerova, αποτυγχάνει να σηκώσει το βάρος μιας ταινίας, που θα μπορούσε να είχε γυριστεί μονάχα για εκείνη.
Ο σκηνοθέτης προσπαθεί να καταπιαστεί με πολλά ζητήματα. Δεν μένει μονάχα στην σκληρή πολεμική πραγματικότητα, αλλά επιχειρεί προσεγγίσεις ανάμεσα στις σχέσεις των δυο φύλων, στις σχέσεις ανάμεσα στους απλοϊκούς χωρικούς σε αντιδιαστολή με τους «πρωτευουσιάνους», κάνει νύξεις για ζητήματα κοινωνικά, διαπαιδαγώγησης, μιλά για τον αλκοολισμό, ενώ δεν χάνει την ευκαιρία να παρουσιάσει με τρόπο φολκλορικό την φύση και την κουλτούρα των χωριών της κεντρικής Ευρώπης, βάζοντας- στο «ξεκάρφωτο»- της γυναίκες του χωριού να τραγουδούν ένα πολυφωνικό τραγούδι.
Ίσως, κάτω από το πρίσμα μιας ντοκιμαντερίστικης ματιάς η ταινία να απέδιδε καλύτερα, όμως η διάρκεια της- γύρω στις δυο μισή ώρες- αποδείχθηκε εξοντωτικά κουραστική. Ενώ με την είσοδο του Σοβιετικού στρατού και την απελευθέρωση, η ταινία θα έπρεπε να είχε τελειώσει- δυστυχώς για εμάς- έπρεπε να ζήσουμε για αρκετή ώρα τις βιαιότητες των στρατιωτών και του λοχαγού τους, που ήταν ένας σωσίας του Στάλιν.
Όσο αφορά την υπόθεση, η νοσοκόμα Eliska φυγαδεύεται στο Zelari, ένα απομονωμένο χωριό, για να αποφύγει την σύλληψή της από τους Ναζί. Την συνοδεύει ο Josa (Gyorgy Cserhalmi) ένας ξυλοκόπος, του οποίου την ζωή είχε σώσει προσφέροντας του αίμα στο χειρουργείο. Στο χωριό υποχρεώνεται να παντρευτεί με τον Josa, προκειμένου να μην κινήσει υποψίες, όμως στην συνέχεια «καταφέρνει» να τον αγαπήσει, εκτιμώντας την «ακεραιότητα» του χαρακτήρα του και την «καθαρότητα» του βλέμματός του. Αν και πρωτευουσιάνα και καλομαθημένη κατορθώνει να ενσωματωθεί (να μάθει δηλαδή να μαγειρεύει και να πλένει) στην μικρή απομονωμένη κοινωνία και να δημιουργήσει γύρω της ένα κύκλο αγαπημένων προσώπων. Απωθεί τις σεξουαλικές παρενοχλήσεις ενός γείτονα, ενώ με τις ιατρικές γνώσεις της κατορθώνει να γίνει το δεύτερο χέρι της μαμής του χωριού και να αποκτήσει κύρος και σεβασμό από τους χωρικούς. Κάποιους ρόλους στην ταινία παίζουν ο παπάς και ο δάσκαλος του χωριού, όπως άλλωστε ήταν αναμενόμενο.
Η ταινία κρατά γενικώς πολύ σωστές θέσεις απέναντι σε όλα τα ζητήματα και κινείται σε μια προοδευτική γραμμή. Δεν αρκεί όμως αυτό για μια ταινία γυρισμένη το 2003.
Παρακαλώ, να μην ακούσω ξανά κανένα να πει κακιά κουβέντα για «την δασκάλα με τα ξανθά μαλλιά». 

Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2012

Amour


Ένα πράγμα είναι σίγουρο. Κανείς δεν μπορεί να βγει από την αίθουσα ακριβώς  ο ίδιος με αυτόν που μπήκε. «Ωχ Παναγιά μου…!», «Είχα διαβάσει για αυτήν την ταινία, αλλά δεν το φανταζόμουν τόσο…!», «Τα περάσαμε και εμείς με την μητέρα μου αυτά…», μερικές από τις αντιδράσεις των θεατών, όταν άναψαν τα φώτα.

Τι ακριβώς κινηματογράφησε ο ταλαντούχος σκηνοθέτης Michael Haneke; Από μια πρώτη ματιά ένα οικογενειακό δράμα, με πινελιές κλειστοφοβικού θρίλερ, με πρωταγωνιστές ένα ζευγάρι ηλικιωμένων Γάλλων μεσοαστών,  ευκατάστατων και καλλιεργημένων, που η ζωή του πλήττεται ανεπανόρθωτα, όταν η γυναίκα παθαίνει το πρώτο εγκεφαλικό επεισόδιο και ύστερα από λίγο καιρό ένα δεύτερο, πολύ σοβαρότερο. Οι πραγματικά συγκλονιστικές ερμηνείες του Jean Luis Trintignant και της Emanuelle Riva θα μπορούσαν να κρατήσουν την ταινία σε πολύ ψηλά επίπεδα, ακόμα και αν το θέμα της σταματούσε ακριβώς εδώ.

Όμως ο Haneke με αφορμή το γεγονός της αρρώστιας αποφασίζει να κάνει μια μελέτη πάνω στην «εισβολή». Στην παραβίαση του εσωτερικού χώρου, του ατομικού και του οικογενειακού. Η αγάπη, η μακρόχρονη συμβίωση του ζευγαριού δημιουργεί ένα κάστρο φαινομενικά αδιαπέραστο από τους ανθρώπους και τις καταστάσεις. Η ταινία αρχίζει με την είσοδο της αστυνομίας και της πυροσβεστικής στο διαμέρισμα, ουσιαστικά, την προτελευταία πράξη του δράματος. Ο χρόνος γυρίζει πίσω και παρακολουθούμε ένα πλήθος παραβιάσεων, αρχής γενομένης με μια προσπάθεια διάρρηξης του διαμερίσματος που την ακολουθεί  η έναρξη της αρρώστιας. Ο θυρωρός, η γυναίκα του θυρωρού, η κόρη του ζευγαριού, ο γαμπρός τους, ένας παλιός μαθητής της γυναίκας που την επισκέπτεται, οι γυναίκες που προσλαμβάνουν για βοήθεια στο σπίτι, μέχρι και τα περιστέρια που εισβάλουν απρόσκλητα από τον φωταγωγό. Η διατάραξη της συζυγικής αρμονίας, ο βιασμός της αξιοπρέπειας, που γίνεται όχι απαραίτητα με κακή πρόθεση από τον περίγυρο, σπρώχνει τον άνδρα σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να σφραγίσει κυριολεκτικά και μεταφορικά τον προσωπικό του χώρο, το σπίτι του, την σχέση του και την κοινή τους ζωή.

Πολύ ενδιαφέρουσα και λειτουργική η τεχνική του σκηνοθέτη, να αφήνει ατελείωτα τα πλάνα. Μοιάζει, σαν να βάζει αποσιωπητικά στο τέλος κάθε σκηνής, πριν ανοίξει το παράθυρο για την επόμενη. Αφήνει να περάσουν στον θεατή πολύ περισσότερα από όσα θα άφηναν σελίδες σεναρίου.

Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2012

Un cuento chino



Αφού η μετάφραση στα ελληνικά του τίτλου της αργεντίνικης ταινίας του Sebastián Borenszstein, Un cuento chino”, επρόκειτο να κατακρεουργήσει με το «Η αγελάδα που έπεσε από τον ουρανό» ολόκληρη την ταινία, καλύτερα θα ήταν να διάλεγαν ένα περισσότερο πρωτότυπο και πιασιάρικο υπότιτλο, όπως για παράδειγμα «Όταν ο ουρανός βρέχει αγελάδες» κ.λ.π.
Τέλος πάντων, δεν ήταν μόνο αυτό το πρόβλημα αυτής της ταινίας. Η σύλληψη του θέματος, η ιδέα μιας προκαθορισμένης μοίρας που επικρέμεται πάνω από την κεφαλή του ανθρώπου και τα διαφορετικά μονοπάτια που υπάρχουν ανάλογα με την φιλοσοφία, την στάση ζωής, αλλά και τον χαρακτήρα του, για να διαχειριστεί αυτό το πεπρωμένο, είναι πραγματικά ενδιαφέρουσα. Εκεί που πάσχει σοβαρά είναι στην διαχείριση αυτής της σύλληψης. Ίσως, αν δεν υπήρχε ο Roberto (Ricardo Darin), να μιλούσαμε για μια μέτρια ταινία.
Η άβυσσος που χωρίζει τους δυο πρωταγωνιστές, τον Roberto και τον κινέζο Jun (Ignacio Juang), δεν έχει να κάνει με την ανικανότητα τους να επικοινωνήσουν, γιατί δεν έχουν κοινή γλώσσα. Ο αργεντινός απαντά στα κτυπήματα της ζωής αναπτύσσοντας μια persona ιδιότροπη, ιδιόρρυθμη, γεμάτη ψυχαναγκασμούς, ενώ ο δεύτερος απαντά με την φυγή, με τον εκπατρισμό του. Ο ένας, έχει τον προσωπικό του Θεό, που είναι δίκαιος και αυστηρός και που τον «ελέγχει αποτελεσματικά», βάζοντας στον εαυτό του αυτοπεριοριστικούς όρους, ενώ ο άλλος αφήνεται- διαλύοντας στον εγωισμό- του να παρασυρθεί, σαν μια βάρκα χωρίς πηδάλιο στο αδηφάγο κύμα της ζωής στην μεγαλούπολη.
Εκτός από τις σκηνές της αρχής και του τέλους, σε όλη την διάρκεια της ταινίας ο ουρανός δεν βρέχει αγελάδες. Ο ρυθμός είναι ανάλαφρος, με αρκετό χιούμορ και περιγραφή της καθημερινότητας. Ο σκηνοθέτης χτίζει με επιμέλεια έναν πύργο της Βαβέλ, ανάμεσα στους δυο κατατρεγμένους και μέσα σε λίγα λεπτά καλεί το παιδί που κάνει το delivery στο κινέζικο εστιατόριο του Buenos Aires, για να τον «γκρεμίσει» στα εξ’ ων συνετέθη. Όμως, όταν το πηγαίνεις το πράγμα μέχρι εκεί, είναι κρίμα για ένα ψωρο-happy end, να ακυρώνεις όλα τα προηγούμενα.