Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011

Midnight in Paris-Μεσάνυχτα στο Παρίσι


Αρκεί μονάχα αυτό το δίλεπτο-τρίλεπτο, με τον Gil, την αρραβωνιαστικιά του και τα πεθερικά του, στο τραπέζι του κυριλέ εστιατορίου, καθώς ο Woody Allen ξεμπερδεύει με συνοπτικές διαδικασίες με την Αμερική του tea party και των λοιπών νεοσυντηρητικών κρετίνων, για να του συγχωρήσω όλες τις σκηνοθετικές του ευκολίες. Μην παρεξηγηθούμε, η ταινία, «Μεσάνυχτα στο Παρίσι», μου άρεσε πολύ. Απλώς, είναι ότι ο σκηνοθέτης κάνει πια ταινίες για το «ευρύ» κοινό. Αυτή η τόλμη, που κάποτε χαρακτήριζε τις ταινίες του έχει γίνει light. Ίσως δε φταίει ο ίδιος. Ίσως η δυτική κοινωνία δέχεται χωρίς «ζόρι» κάποια ξεπερασμένα ταμπού. Το αποτέλεσμα… αυτό το υπόγειο, ανατρεπτικό, απελευθερωτικό χιούμορ να ξεκλειδώνει ήδη ορθάνοιχτες πόρτες.
Για τον νεοϋορκέζο συγγραφέα τηλεοπτικών σειρών, Gil (Owen Wilson), το Παρίσι αποτελεί την Μέκκα του πολιτισμού. Επίδοξος συγγραφέας ενός βιβλίου με περιεχόμενο τελείως διαφορετικό, από τα έως τώρα πονήματά του, θέλγεται από το στυλ, την φινέτσα και γενικά την τέχνη που παρήγαγε η Γαλλική πρωτεύουσα, τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα. Μέσα στο μυαλό του, ο κύκλος των διανοούμενων που έδρασε τα χρόνια εκείνα, όχι τόσο τα καλλιτεχνικά τους επιτεύγματα, αλλά το τρόπος ζωής τους, οι καθημερινότητα τους, ο μποέμικος χαρακτήρας τους, μυθοποιείται και παίρνει διαστάσεις ηρωικές. Δεν θέλει πολύ λοιπόν, καθώς η αρραβωνιαστικιά του, οι γονείς της και ο κύκλος τους κινούνται σε τελείως διαφορετικό μήκος κύματος και -ενώ βρίσκονται στο Παρίσι για κάποιο επαγγελματικό σκοπό του πεθερού- να πηδήξει από την πραγματικότητα… στο παρελθόν. Όταν το ρολόι κτυπά μεσάνυχτα, σαν σύγχρονος «σταχτοπούτος», ανεβαίνει στην δική του κολοκύθα- ένα Πεζό αντίκα των αρχών του 20ου αιώνα- και γνωρίζεται με τα ινδάλματά του.
Ο Ernest Hemingway, η Gertrude Stein, του δίνουν συμβουλές για το βιβλίο του, διασκεδάζει με τον Scott και την Zelda Fitzerald και φλερτάρει με την Adriana (Marion Cotillard) πρώην ερωμένη του Pablo Picaso.
Είναι ξεκάθαρο, ότι η αγάπη για το αυθεντικό είναι αυτή που οδηγεί τα βήματα του Gil, δηλαδή του ίδιου του Woody Allen, αφού για άλλη μια φορά ο πρωταγωνιστής του μιλά, κινείται και συμπεριφέρεται, σαν τον ίδιο τον σκηνοθέτη. Ότι φθάνει στο παρόν, σε κάθε παρόν, φθάνει αλλοιωμένο, έχοντας χάσει την αυθεντικότητά του. Η ανάγκη των ανθρώπων να φτιάχνουν μεγάλους ζωγράφους, μεγάλους συγγραφείς, μεγάλους μουσικούς, τόσο μεγάλους που να αποκόπτονται από την πραγματικότητά τους, ανοίγει τον δρόμο στον θρύλο.
Έτσι λοιπόν ο Woody Allen παίρνει θέση έξω από την «πολυκατοικία» του χρόνου. Ανεβοκατεβαίνει με το βλέμμα του τους ορόφους, τις δεκαετίες, συνδιαλέγεται με το παρόν και το παρελθόν, ανατέμνει την υπαρξιακή αυτάρκεια του ανθρώπου μετατρέποντάς την από κουκίδα, σε ευθύγραμμο χρονικό τμήμα.
Μια αισθηματική κωμωδία με happy end, με δυνατό σενάριο, αλλά με πολλά σκηνοθετικά κλισέ. Πάντα ενοχλούμαι, όταν ο σκηνοθέτης κλείνει συνωμοτικά το μάτι στον θεατή και αυτήν την φορά το παρακάνει, εκμεταλλευόμενος την γνώση του κοινού για τα ιστορικά πρόσωπα.
Εξαιρετική επιλογή του Owen Wilson για τον ρόλο του «φευγάτου Αμερικανού». Ο τρόπος που κινηματογραφεί το ελαφρά ασύμμετρο πρόσωπό του, παραπέμπει σε ευρωπαϊκά χαρακτηριστικά, ίσως μια ακόμα πινελιά-μουτζούρα στα μούτρα της αμερικάνικης showbiz.

Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2011

Mataharis


Η ταινία της Iciar Bollain “Mataharis” έχει έντονα χαρακτηριστικά τηλεοπτικής σειράς. Δεν το λέω καθόλου σαν αρνητικό προσδιορισμό. Αντίθετα έχει μια αμεσότητα και μια ευκολία πρόσληψης, σε πρώτο επίπεδο, πραγματικά αξιοθαύμαστη, χωρίς να υστερεί σε ποιότητα, ενώ οι -σε δεύτερο στάδιο- αναγνώσεις μπορούν από την πλευρά του θεατή να καθυστερήσουν ή και να μην γίνουν.
Στην σύγχρονη Μαδρίτη, τρεις γυναίκες διαφορετικών ηλικιών, υπάλληλοι ενός γραφείου ιδιωτικών ντετέκτιβ, αναλαμβάνουν να διαλευκάνουν διάφορες υποθέσεις. Ενώ λοιπόν μυστικά και απρόσκλητα εισβάλλουν στις ιδιωτικές ζωές κάποιων ανθρώπων, προς όφελος των πελατών του γραφείου τους, στον ίδιο χρόνο βλέπουν τα προβλήματα της προσωπικής τους ζωής παραμορφωμένα από την μεγέθυνση της επαγγελματικής ματιάς.
Η έλλειψη εμπιστοσύνης, η αδυναμία των ανθρώπων να κουβεντιάσουν πραγματικά, ο φόβος του να ανοίξει κάποιος τον εαυτό του, μήπως και πληγωθεί, η απομόνωση και οι επιφανειακές σχέσεις, η απώλεια της ικανότητας απόλαυσης του απλού, κάτω από το βάρος του εγωισμού, που δημιουργεί πολύπλοκα ετεροβαρή σύμπαντα. Στο φόντο μιας μεγαλούπολης απρόσωπης, μιας κοινωνίας που μαστίζεται από την ανεργία ή από το άγχος της επαγγελματικής καταξίωσης, οι ηρωίδες της Bollain ζυγίζονται ανάμεσα στις ατομικές λύσεις, που προκρίνει το «σύστημα» και στις απαντήσεις που αυτές οι ίδιες θέλουν να δώσουν για την ίδια τους την ζωή, μεγαλωμένες σε μια κοινωνία, όπου ο φεμινισμός κατάφερε να σπάσει κάποια πατροπαράδοτα ταμπού, χωρίς να αποφύγει την παγίδα να γίνει και ο ίδιος ένα από αυτά.
Οι αρσενικοί της ιστορίας- είτε σύζυγοι, είτε γκόμενοι, είτε εργοδότης, είτε πελάτες- κληρονόμοι πατριαρχικών κοινωνιών, που καταπίεσαν γενιές και γενιές γυναικών, περιφέρονται τώρα «ευνουχισμένοι» ανάμεσα σε σχέσεις ατελείς, υποκριτικές, χωρίς πυξίδα. Θύματα και οι ίδιοι μιας εναλλαγής ρόλων που βιώθηκε επιφανειακά, επιδερμικά και όπως όλα τελικά σήμερα «τεχνοκρατικά».

Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2011

Les petits Mouchoirs-Μικρά αθώα ψέματα


Δεύτερη προβολή της κινηματογραφικής λέσχης του δήμου Λυκόβρυσης- Πεύκης, δυστυχώς αυτήν την φορά από DVD, η ταινία του Guillaume Canet, “Les Petits Mouchoirs”, «Μικρά αθώα ψέματα».
Η πρόθεση του σκηνοθέτη και σεναριογράφου καλή, το αποτέλεσμα όμως κατώτερο των προσδοκιών. Χρησιμοποιεί γνωστές πετυχημένες συνταγές, όπως οι γρήγορες εναλλαγές συναισθηματικών καταστάσεων, η αμεσότητα στους διαλόγους, το πλάσιμο χαρακτήρων που έχουν από τα πριν δημιουργήσει αναφορές στην πλειοψηφία των θεατών και την «ανεβαστική» μουσική για να γεμίζει τους χρόνους, όταν αναθέτει στους ηθοποιούς να εκτελέσουν συγκεκριμένες ενέργειες, όπως για παράδειγμα να μεταφερθούν από το ένα μέρος στο άλλο, να κάνουν τζόγκινγκ κ.λ.π. Ίσως, να μην ήταν στην πρόθεση του, όμως ο τρόπος με τον οποίο μπαίνει με τον φακό του ανάμεσα στις εμπιστευτικές συνομιλίες των πρωταγωνιστών του, χαρακτηρίζεται από έντονα κουτσομπολίστικη διάθεση. Έτσι, ούτε σοκάρει τον θεατή, ούτε δραματοποιεί τις καταστάσεις. Από την μια "άνετος" και political correct από την άλλη "χαιδεύει" τις ψευτοσυντηρητικές φαντασιώσεις του αμύητου θεατή. Ενώ με επιμέλεια «χτίζει» τις ζωές μιας παρέας φίλων και ξοδεύει άφθονο κινηματογραφικό χρόνο για να ρυθμίσει τις συμπεριφορές τους στην συγκεκριμένη χρονική στιγμή, παρασύρεται από μια "παλίρροια" (μεταφορικά και κυριολεκτικά) υποτιθέμενης σκηνοθετικής αυτάρκειας και δημιουργεί ανθρώπινες καρικατούρες, υπονομεύοντας το ίδιο του το έργο.
Στην υπόθεση μια παρέα φίλων, που από ότι φαίνεται έχουν μοιρασθεί στο παρελθόν έντονες στιγμές, βρίσκονται μαζί στο παραθαλάσσιο σπίτι ενός από αυτούς για διακοπές, ενώ ένας από την παρέα χαροπαλεύει στο νοσοκομείο. Διαφορετικοί χαρακτήρες, διαφορετικά σεξουαλικά γούστα, διαφορετικές αντιδράσεις και αντανακλαστικά. Ένα αναμάσημα ρόλων, που έχουν παιχτεί άπειρες φορές, ένα γαϊτανάκι συμπεριφορών με ολίγον πασπάλισμα ψυχανάλυσης και ανατολικής φιλοσοφίας υπό την επήρεια παραισθησιογόνων ουσιών. Ενοχές, τύψεις, χωρισμοί και επανασυμφιλιώσεις, υποτίθεται με καταλύτη τον ετοιμοθάνατο φίλο, που όμως σκηνοθετικά αυτό δεν προκύπτει από πουθενά.
Ας πούμε, ότι μας έμεινε η χαρά μιας προβολής παρέα με τους συμπολίτες μας.

Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2011

El Sur


Η πρώτη προβολή, για φέτος, από την κινηματογραφική λέσχη του δήμου Λυκόβρυσης-Πεύκης ήταν η ταινία “El Sur”, του ισπανού σκηνοθέτη Victor Erice. Βασισμένος πάνω στην ιστορία της Adelaida García Morales, ο Erice, κινηματογραφεί τον τρυφερό, μελαγχολικό μονόλογο της Estrella (Sonsoles Aranguren ως μικρό κορίτσι και Iciar Bollaín ως έφηβη). Ντύνει με χρώματα ψυχής την σχέση της κόρης με τον, αυτοεξόριστο στον Βορρά της Ισπανίας, πατέρα της, Agustin (Omero Antonutti), λίγα χρόνια μετά την επικράτηση των φρανκιστών.








Ο πατέρας, νοσοκομειακός γιατρός, μια φιγούρα που ισορροπεί ανάμεσα στην πραγματικότητα και στην υπέρβαση, αποτελεί για την μικρή Estrella ένα αξεδιάλυτο μυστήριο. Ο Νότος της Ισπανίας, η Σεβίλλη αποτελεί για τη κόρη ένα παράξενο μυθικό σύμπαν, που κρύβει το παρελθόν του πατέρα της.
Ο Erice δεν βιάζεται. Ο θεατής φθάνει στα συμπεράσματα ταυτόχρονα με την ανάπτυξη της ωριμότητας της πρωταγωνίστριας. Τοπία συννεφιασμένα, πλάνα νυχτερινά, σκηνές γυρισμένες σε σκοτεινά δωμάτια με το φώς της λάμπας η του παράθυρου να φωτίζει το σημείο του κάδρου, στο οποίο βρίσκεται ο ηθοποιός.








Γραφή συμβολική, εμβόλιμες υπο-ιστορίες, μάτια και ανάσες που μιλούν πάνω από τα λόγια. Ένα πάλεμα, η εσωτερική αγωνία του πατέρα να ξεφύγει και να μην ξεφύγει από την προηγούμενη ζωή του και το αντίκτυπο αυτής της μάχης στο βλέμμα της κόρης του. Μια αίσθηση δύναμης ανεξέλεγκτης, γήινης όπως αυτής του νερού που κρύβεται βαθιά κάτω από την επιφάνεια και μεταφέρει την ενέργειά του πάνω στα χέρια του ραβδοσκόπου Agostin ή όπως το εκκρεμές, που μαγνητίζεται από το βαρυτικό πεδίο. Η σχέση πατέρα-κόρης, έξω από ψυχαναλυτικές ερμηνείες. Ένα περιβάλλον καταλύτης, που αφήνει να αναδυθούν οι λεπτές αποχρώσεις μιας αμφιμονοσήμαντης αντιστοιχίας. Μετά την αυτοκτονία του Agostin, η Estrella ετοιμάζει την βαλίτσα της, για να ταξιδέψει στον Νότο.






Οι ερμηνείες όλων των ηθοποιών συγκλονιστικές. Η επιλογή των μουσικών κομματιών εντυπωσιακή, με κορυφαίες στιγμές μια φορά το πιάνο του Enrique Granados όταν η μικρή Estrella χάνεται με το βλέμμα της βυθισμένο στις οικογενειακές φωτογραφίες του «εξωτικού» Νότου και δεύτερη, όταν ακούγεται το διπλό “el paso doble”.

Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2011

Les enfans du paradis-Τα παιδιά του παραδείσου


Μια ταινία κλασσική με όλη τη σημασία της λέξης. Η διάρκεια της, σχεδόν τρεις ώρες, η δημιουργία της- κατά την διάρκεια της Γερμανικής κατοχής στο Παρίσι- το διαχρονικό της θέμα, το σενάριο του Jacque Prevert, η αρμονική και ταυτόχρονα αψεγάδιαστη σκηνοθετική ματιά του Marcel Carné, ο χειρισμός τόσων κομπάρσων- στις σκηνές του δρόμου- και η «παλαιότητα» που αποπνέει με την βοήθεια της ασπρόμαυρης φωτογραφίας της, βοηθούν στο να ξεπεραστεί το στυλιζαρισμένο παίξιμο των ηθοποιών, πιθανό κατάλοιπο του βωβού κινηματογράφου. Το θέατρο των σαλτιμπάγκων, με την χρήση της μιμικής τέχνης, έρχεται να γεφυρώσει ακριβώς αυτό το χάσμα και να αποδώσει στα παιδιά του «παραδείσου», στους θεατές δηλαδή του εξώστη, τους πιο απαιτητικούς από τους άλλους, αυτή τη μαγεία της τέχνης που γίνεται ζωή και που μόλις φθάσει στο κοινό, επιστρέφει πάλι πίσω πολλαπλασιασμένη από την αμφίδρομη σχέση των δυο πλευρών.
Ο έρωτας, αυτό το ανεκπλήρωτο, το εξιδανικευμένο, το άπιαστο, ακριβώς γιατί ο καθένας τον ερμηνεύει με τον δικό του τρόπο και γιατί καλύπτει διαφορετικές ανάγκες, διαφορετικών ανθρώπων, πρωταγωνιστεί σε όλες τις επιμέρους ιστορίες της ταινίας. Ο ονειροπόλος μίμος Baptiste (Jean Louis Barrault), θύμα της μοιραίας Garance (Arletty), που σπέρνει τον πόθο σε όλον τον αρσενικό πληθυσμό, αλλά και θύτης της συνεσταλμένης και σφόδρα ερωτευμένης Nathalie (Maria Casares). Ο πληθωρικός, εξωστρεφής ηθοποιός Frederick Lemaitre (Pierre Brasseur), που εκφράζει μέσα από μια καλά ελεγχόμενη κυνικότητα και μια γήινη ευαισθησία την συναισθηματική πληρότητα, που γεννά η αποδοχή του ανέφικτου. Έλκει και έλκεται από την ανίκανη να δοθεί στον ιδανικό έρωτα Garance. Ο διανοούμενος ημιπαράνομος Fil de Soie (Gaston Modot) προορισμένος να αποδώσει την δικαιοσύνη, ντύνει την ταπεινή καταγωγή του με τον μανδύα της γνώσης και εκδικείται την απαίδευτη μπουρζουαζία για λογαριασμό του … Shakespeare.
Και πάνω απ’ όλα το θέατρο. Καταλύτης στο καλό και στο κακό, σαν τον ρακένδυτο φτωχο-εμποράκο Jericho (Piere Renoir) που ανεβαίνει στο παλκοσένικο, για να παίξει τον ρόλο που παίζει και στην ίδια την ζωή. Σάρκα από την σάρκα τους, γιουχάρει και γιουχάρεται, η φωνή των παιδιών της γαλαρίας.

Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2011

Jodaeiye Nader az Simin -Ένας χωρισμός


Ο σκηνοθέτης Asghar Farhadi, με την ταινία του «Ένας χωρισμός», καταφέρνει παράλληλα με την διήγηση μιας δραματικής ιστορίας, να δημιουργήσει μια τοιχογραφία της σύγχρονης κοινωνικής ζωής σε μια πόλη του Ιράν. Ότι φτάνει στα μάτια και στα αυτιά του δυτικού θεατή, είναι ακριβώς το ίδιο, με αυτό που φτάνει και στους εκφραστές αυτού του οπισθοδρομικού, καταπιεστικού, ισλαμιστικού καθεστώτος. Η διαφορά όμως της οπτικής γωνίας και του πολιτιστικού υπόβαθρου είναι αυτή, που αφήνει να περάσουν υποδόρια, αλλά καταλυτικά, οι αγωνίες, οι προσδοκίες και οι βουβές κραυγές ενός λαού περήφανου και δημιουργικού με αγωνιστική παράδοση, που ενώ κατάφερε να απαλλαγεί από την καταπίεση του «αμερικανοκίνητου» σάχη, έπεσε θύμα της χειρότερης μορφής του ισλαμικού φονταμενταλισμού.
Από την πρώτη ακόμα σκηνή, όταν ο Νader (Peyman Moaadi) και η Simin (Leila Hatami) ζητούν μπροστά στον απρόσωπο (μεταφορικά και κυριολεκτικά) εκφραστή του ισλαμικού νόμου το διαζύγιό τους, όχι γιατί έχουν κάποιο πρόβλημα στην συζυγική τους ζωή, αλλά γιατί διαφωνούν σχετικά με την απόφαση να εγκαταλείψουν το Ιράν, παρουσιάζεται ολοφάνερα το …διπλό ταμπλό στο οποίο προτίθεται να παίξει ο Asghar Farhadi. Το νεαρό ζευγάρι θα επιθυμούσε να εγκαταλείψει την χώρα. Το γιατί όμως θα επιθυμούσε κάτι τέτοιο, η αιτία για αυτή τους την απόφαση, δεν φθάνει με τον ίδιο τρόπο σε όλους τους αποδέκτες. Ως πολιτικοί αυτοεξόριστοι ή για κάποιον άλλο προσωπικό λόγο; Ο Nader αλλάζει γνώμη, γιατί τον κρατά δεμένο η αρρώστια του πατέρα του, ο οποίος πάσχει από Altzheimer και η υποχρέωση που αισθάνεται να τον φροντίζει. Τα βαρίδια του παρελθόντος τον καθηλώνουν στην πραγματικότητα, ενώ η Simin φαίνεται αποφασισμένη να απαλλαγεί.
Ο σκηνοθέτης με την κάμερα στο χέρι ακολουθεί τους ήρωές του σε κάθε τους βήμα. Με γρήγορο ρυθμό, χωρίς καθόλου επιτηδευμένες καταστάσεις, με εξαιρετική στιβαρότητα ακολουθεί αυτήν την διπλή γραφή σε όλη την διάρκεια της ταινίας. Η Simin μετακομίζει προσωρινά στους γονείς της, ο Nader προσλαμβάνει μια φτωχή θρησκόληπτη γυναίκα, εν αγνοία του συζύγου της, για να προσέχει τον πατέρα του. Μετά από ένα διαπληκτισμό ο Nader την σπρώχνει στην σκάλα και αυτή, όντας έγκυος, χάνει το έμβρυο. Ξεκινούν δαιδαλώδεις δικαστικές και εξωδικαστικές διαμάχες. Σε κάθε πλάνο, σε κάθε διάλογο, όσο το σενάριο εξελίσσεται και γίνεται πολυπλοκότερο, σε αυτή την διπλή αφήγηση, το ψυχολογικό αποτύπωμα των καταστάσεων πάνω στους πρωταγωνιστές, κάνει όλο και πιο αισθητή την παρουσία του. Η 11χρονη κόρη του ζευγαριού Termeh (Sarine Farhadi, η κόρη του σκηνοθέτη) διαδραματίζει ένα καθοριστικό ρόλο, σαν καταλύτης στην υπόθεση.
Πρόκειται, για μια ανάλυση των επιπτώσεων της υπερίσχυσης του αντιδραστικού καθεστώτος των μουλάδων, πάνω σε μια μεσαία τάξη, που είτε το αποδέχεται με βαριά καρδιά ανήμπορη να αντιδράσει ή μηχανεύεται τρόπους ατομικών λύσεων και πάνω στα χαμηλά, φτωχά, λαϊκά στρώματα, παραδομένα στην προκατάληψη, στην ανέχεια, στην εξαθλίωση. Ο μισογυνισμός, η υποκρισία, η αυθαιρεσία των κρατικών λειτουργών, η γραφειοκρατία και πολλά ακόμα συμπτώματα μιας αρρωστημένης κρατικής δομής, ακόμα-ακόμα και η διδασκαλία της περσικής γλώσσας φαρσί παράλληλα με τα αραβικά, καταφέρνουν να αυτονομηθούν από τον κεντρικό αφηγηματικό ιστό και να αναδειχθούν.

Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2011

Habemus Papam


Μια ταινία φτιαγμένη αποκλειστικά για να εξυπηρετήσει την αρχική ιδέα του Nanni Moretti. Η ψυχανάλυση, η εναλλακτική θεραπεία στην αδυναμία της θρησκευτικής πίστης να απαντήσει στις μεταφυσικές ανησυχίες του σύγχρονου «ποιμνίου», θα αποτύχει σε ένα αγώνα, εκτός έδρας, μέσα στα άδυτα του Βατικανού, ακριβώς, γιατί κατά την εφαρμογή της πάσχει και αυτή από το ίδιο ακριβώς «αλάθητο» των αντιπάλων της.
Από την στιγμή που η πρόθεση του σκηνοθέτη γίνεται αντιληπτή, η ταινία χάνει κάθε ενδιαφέρον, γιατί κάθε επί πλέον σκηνή που μπαίνει για να εκθέσει όλο και περισσότερο τους δυο αντίδικους, γίνεται επαναλαμβανόμενη έως τα όρια της καρικατούρας.
Ο νεοεκλεγείς πάπας Melville (Michel Piccoli) πάσχει από αγοραφοβία και αρνείται, πάνω στην κρίση του πανικού του, να απευθυνθεί στο πλήθος των πιστών, που έχουν συρρεύσει στην πλατεία του αγίου Πέτρου. Αναλαμβάνει να τον θεραπεύσει ο άθεος ψυχίατρος Brezzi (Nanni Morreti).
Στην ταινία γελοιοποιείται το θρησκευτικό κατεστημένο και το αυστηρό πρωτόκολλο της καθολικής εκκλησίας, μέσα από την απλοποιημένη ανάδειξη των ανθρώπινων αδυναμιών των καρδιναλίων. Αντιδράσεις και συμπεριφορές, υποτίθεται ξένες προς την «αγιότητα» των ταγών της εκκλησίας, γεμίζουν το σύνολο της μαζί με την σκευωρία του εκπροσώπου του τύπου του Βατικανού να κρατήσει αυτήν την αναταραχή μυστική από τα μέσα ενημέρωσης.
Φωτεινά σκηνοθετικά διαλείμματα σε αυτήν την, κατά τα άλλα, βαρετή ταινία, οι περιηγήσεις του Melville, incognito, ανάμεσα στους ανθρώπους στις γειτονιές της Ρώμης, καθώς ανακατεύεται μαζί τους σε πλατείες, μετρό, καφετέριες και εστιατόρια. Ακόμα πιο ενδιαφέρουσα γίνεται η ταινία και συγκλονιστικότερη η ερμηνεία του Piccoli, όταν ο άγνωστος ακόμα πάπας, με πολιτική περιβολή, ανακαλύπτει την καταπιεσμένη του αγάπη για την ηθοποιία, καθώς συγχρωτίζεται με τους ηθοποιούς ενός θεατρικού θιάσου. Ίσως το «παπαδιλίκι» να εμπεριέχει μέσα από τα δικά του κοστούμια, τα ράσα και τα άμφια, την αλληλουχία των τελετουργικών πράξεων, το σενάριο των ιερών κειμένων και τον συμβολισμό των μυστηρίων, ένα δικό του ύφος υποκριτικής τέχνης, που όταν γίνεται αισθητό από κάποιους φωτισμένους κληρικούς, να καταντά ανυπόφορο.
Αντί για βίντεο από την ταινία ακολουθεί το τραγούδι “Todo cambia” με την μαγική φωνή της Mercedes Sosa που κάποια στιγμή ακούγεται μέσα στην ταινία.

y así como todo cambia
que yo cambie no es extraño




Δευτέρα 8 Αυγούστου 2011

Ο τρίτος άνθρωπος-The third man


Πως γίνεται μια ταινία τόσο στυλιζαρισμένη, τόσο ακαδημαϊκή, τόσο αψεγάδιαστη, να είναι ταυτόχρονα τόσο εύπλαστη, λειτουργική, ζεστή και σε τελική ανάλυση τόσο «ανθρώπινη»; Πως γίνεται από την μια να βουτάει, κυριολεκτικά, μέσα σε υπάρχοντα κλισέ και ταυτόχρονα να είναι αυθεντική, καινοτόμα, ακόμα και ριζοσπαστική; Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει, ότι το πάντρεμα του αστυνομικού μυθιστορήματος με τον γερμανικό εξπρεσιονισμό, είναι το κλειδί του γρίφου. Ο Carol Reed αφήνει το σενάριο να κυλάει στα χείλη των πρωταγωνιστών και σκηνοθετεί την δική του ιστορία. Πίσω από τα λόγια, ο φακός αυτοσχεδιάζει στα δικά του μονοπάτια. Αυτό που βλέπουμε έχει να κάνει με μικρούς και μεγάλους απατεώνες που εκμεταλλεύονται την απουσία του κράτους και των θεσμών, για να κερδοσκοπήσουν σε βάρος της κοινωνίας. Η κατεστραμμένη Βιέννη, του τέλους του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι η Αθήνα του 2010-2011. Μια κοινωνία διαλυμένη, με ανθρώπους φοβισμένους, χωρίς κανένα σημείο αναφοράς. Αυτό ακριβώς το διαμελισμένο και υπό αποσύνθεση πτώμα κινηματογραφεί ο Carol Reed. Μέσα από τους περίεργους φωτισμούς, που σχίζουν σαν μαχαιριές το σκοτάδι, μέσα από τις τεράστιες σκιές πάνω στα επιβλητικά κτίρια που κρύβουν τον ορίζοντα, μέσα από την αντανάκλαση της ασημένιας λευκότητας πάνω στα λιθόστρωτα και τα στραβά διαγώνια κάδρα, μας δίνει την δική του εκδοχή για την ιστορία. Δεν μένει πάνω στο τελετουργικό άναμμα του τσιγάρου από τον Joseph Cotten, ούτε στα θλιμμένα μάτια της ερωτευμένης Alida Vali. Δεν είναι εύκολο να ξεμπροστιάσεις τον εγκληματία, είτε αυτός είναι άνθρωπος, είτε είναι οι «αγορές», απλώς κατηγορώντας τον για τυχοδιώκτη. Τον φυλάει για το τέλος τον Orson Welles. Για το δεύτερο μισό, του δεύτερου μέρους. Όταν η γάτα θα του γλύφει τα λουστραρισμένα παπούτσια και όταν το παιδικά αυτάρεσκο πρόσωπό του θα κοιτάζει παγωμένα τον φακό, πάνω στην ρόδα του λούνα-παρκ. Και όταν φυσικά με την βοήθεια της αγάπης, της αλληλεγγύης και της «έξυπνης επιλογής συμμαχιών(!)» θα καταφέρει να τον στριμώξει μέσα στους βρώμικους υπονόμους της πόλης μακριά από το φως της μέρας.
Η ταινία αυτή δεν μπορεί να περιγραφεί. Κάθε πλάνο της αποτελεί από μόνο του την αιτία για ανάλυση σελίδων. Κάθε νότα από το τσιτάρ του Anton Karas ξεπερνάει την δύναμη της ανθρώπινης φωνής και γραφής.

Τρίτη 14 Ιουνίου 2011

Copie Conforme-Γνήσιο Αντίγραφο


Λιγάκι έξω από τα νερά του ο Abbas Kiarostami στην ταινία “Copie Conforme” θα χρειαστεί περίπου το μισό πρώτο μέρος, ίσως κα μέχρι το διάλλειμα, για να μπορέσει να «πάρει μπροστά» και να αναδείξει το πραγματικά αξιόλογο θέμα που έχει στο μυαλό του από την αρχή. Θα πελαγοδρομήσει ανάμεσα σε ανούσιους μονολόγους, για την αξία της αυθεντικότητας των έργων τέχνης, θα κινηθεί ανάμεσα τους επιλέγοντας κλειστά πλάνα πάνω σε αντικείμενα και πρόσωπα, θα παίξει το παιχνίδι της ερωτικής πρόκλησης, που γεννιέται στο μυαλό της ηρωίδας του και αφού κάνει ένα μεγάλο κύκλο και μια ημερήσια εκδρομή, κάπου στην Τοσκάνη, θα καταλήξει να «ενσαρκώσει» την αρχική του ιδέα, πλάθοντας ένα ομοίωμα ενός ζευγαριού χαμένου στην μονοτονία της καθημερινότητας, τόσο ...virtual, που θα το ζήλευαν πολλά αληθινά.
Ο άγγλος συγγραφέας (William Shimell) που επισκέπτεται την Φλωρεντία για να προωθήσει το βιβλίο του είναι αλήθεια ότι αργεί ανταποκριθεί στο παιχνίδι ρόλων, που τον προσκαλεί να παίξει η καινούργια του γνωριμία, η ιδιοκτήτρια οίκου αντίγραφων έργων τέχνης (Julliete Binoche). Ίσως γιατί φοβάται, ότι σε αυτό το παιχνίδι κινδυνεύει να αποκαλυφθεί και να ακυρωθεί, ότι με επιχειρήματα υποστηρίζει στο βιβλίο του. Αρκούν μονάχα μερικές στιγμές, για να δημιουργηθεί μια σχέση χτισμένη πάνω στην βάση αρσενικού-θηλυκού, που στηρίζεται σε υλικά όπως ο λόγος, η συναίνεση και η προηγούμενες ανάλογες εμπειρίες, που κουβαλούν οι δυο τους. Επειδή όμως κάθε φορά για να υπάρξει κάτι, είτε αυθεντικό είτε αντίγραφο, πρέπει να υπάρχει ο θεατής για να του δώσει ζωή με το βλέμμα του, όλα σταματούν στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου. Όταν παύουν να πέφτουν επάνω τους τα μάτια του κόσμου, όπως όταν κλείνουν οι πόρτες των μουσείων και με την έξοδο του κοινού οι πίνακες και τα γλυπτά «εξαφανίζονται».
Λίγο ενοχλητικό, που οι διάλογοι εναλλάσσονται ανάμεσα στα αγγλικά, στα γαλλικά και στα ιταλικά.

Δευτέρα 6 Ιουνίου 2011

También la lluvia-Ακόμα η βροχή


Η ισπανίδα σκηνοθέτης Icíar Bollain, πάνω στο σενάριο του γνωστού για την συνεργασία του με τον Ken Loach σεναριογράφου Paul Laverty, φτιάχνει μια ταινία πολιτική, υψηλών προσδοκιών, που όμως χάνονται κατά την διάρκεια της, μιας και για κάποιον ανεξήγητο λόγο αποφασίζει να στρέψει τον κινηματογραφικό της φακό, από το «συνολικό» στο «προσωπικό». Φυσικά στα θετικά της προσπάθειας είναι, ότι η ταινία, χρησιμοποιώντας την τεχνική της παράλληλης αφήγησης, προλαβαίνει να αφήσει ένα ξεκάθαρο πολιτικό αποτύπωμα. Μια παράλληλη αφήγηση, που δεν έχει να κάνει με χωροχρονικές αποστάσεις, όπως έχουμε συνηθίσει να συμβαίνει κατά κόρον στις κινηματογραφικές προβολές, αλλά μια ταυτόχρονη εξιστόρηση γεγονότων που συμβαίνουν σε πρώτο επίπεδο, με αυτά που πραγματεύεται το γύρισμα μιας ταινίας, με θέμα την κατάκτηση της Νέας Γης, από τους ισπανούς κατακτητές στις αρχές του 16ου αιώνα.
Ο Sebastian (Gael García Bernal) συγκλονίζεται, όταν διαβάζει από ιστορικές πηγές για την στάση που κρατά ένας καθολικός ιερέας, που βρίσκεται μαζί με τον στρατό του Χριστόφορου Κολόμβου στην κατάκτηση της Βολιβίας, απέναντι στην βία που ασκούν οι στρατιώτες στους ιθαγενείς. Μαζί με τον παραγωγό Costa (Luis Tosar), τους ηθοποιούς και ολόκληρο το κινηματογραφικό συνεργείο φτάνουν στους φυσικούς χώρους της περιοχής Cochambaba, για να βρει κομπάρσους από τους κατοίκους και να ξεκινήσει τα γυρίσματα. Ο πιο σημαντικός κομπάρσος o βολιβιανός Hatuey(Juán Carlos Aduriri), που κατά το σενάριο θα αντισταθεί στην λεηλασία του φυσικού πλούτου της χώρας του, αλλά και στον εξευτελισμό της φυλής του από τους conquistadores, είναι και ο φυσικός ηγέτης ενός αγώνα που διεξάγεται από τον ντόπιο πληθυσμό, ενάντια σε μια αμερικάνικη πολυεθνική που έχει σκοπό να «επενδύσει» στην εκμετάλλευση του νερού της περιοχής, καταδικάζοντας τους κατοίκους σε μεγαλύτερη φτώχεια. Στα βίαια επεισόδια που θα ξεσπάσουν ανάμεσα στις δυνάμεις καταστολής του καθεστώτος και στους διαδηλωτές, θα δούμε να ενώνεται το χαμένο νήμα μιας διαρκούς ταξικής πάλης.
Ο μανδύας, ο φερετζές της εποχής των ισπανικών κατακτήσεων, που άκουγε στο όνομα εκπολιτισμός και εκχριστιανισμός των άγριων ιθαγενών, κρύβοντας το αποκρουστικό πρόσωπο της λεηλασίας του χρυσού και του φυσικού πλούτου της Αμερικανικής ηπείρου, έχει στις μέρες μας αλλάξει μορφή. Κάτω από τις κούφιες λέξεις «ανάπτυξη» ή «ορθολογική» διαχείριση, μια ομάδα άπληστων τεχνοκρατών σε συνεργασία με μια μερίδα διεφθαρμένων πολιτικών, εφορμά για να ληστέψει τον δημόσιο πλούτο. Η βία το ίδιο απεχθής περιγράφεται στην ταινία με αρκετά ρεαλιστικό τρόπο. Το διακύβευμα στις μέρες μας πολύ μεγαλύτερο, μιας και έχουν τελειώσει οι εφεδρείες του παγκόσμιου οικοσυστήματος.
Η Icíar Bollain θέλει να πάει λίγο παρακάτω την υπόθεση και εκεί ακριβώς τα χαλάει, γιατί η ματιά της χαρακτηρίζεται από μια ευκολία και μια φανερή επιδερμικότητα. Κεντράρει πάνω στα μέλη του κινηματογραφικού συνεργείου για να εκμαιεύσει τις ατομικές αντιδράσεις απέναντι σε αυτές τις καταστάσεις. Ο φόβος για την προσωπική ασφάλεια απέναντι στην βία των ισχυρών, το ίδιο το αποτέλεσμα της παραγωγής της ταινίας που κινδυνεύει να ματαιωθεί, ο ωχαδελφισμός του πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στον «τριτοκοσμικό» Βολιβιανό, αλλά και κάποια στιγμή η προσωπική υπέρβαση, που οδηγεί σε αξιέπαινες, αλλά δυστυχώς ατομικές λύσεις.
Στα παραπάνω ακόμα κι αν προσθέσουμε κάποιες σκηνοθετικές αδυναμίες, κυρίως όσο αφορά την ροή της ταινίας και την σκιαγράφηση των χαρακτήρων, έχουμε ένα αποτέλεσμα αξιοπρόσεκτο και ενδιαφέρον, που υποβοηθείται σημαντικά από την μουσική του Alberto Iglesias.